Ήταν καλά με τη χούντα; Για σκεφτείτε το καλύτερα


Μιχάλης Γκιουλένογλου

Ήταν καλά με τη χούντα; Για σκεφτείτε το καλύτερα


Να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Την περίοδο της χούντας δεν την έχω βιώσει. Γεννήθηκα το 1978, τέσσερα χρόνια έπειτα από τη λήξη της.

Και όμως… Ατάκες όπως «χούντα θέλετε», «με τη χούντα όλα ήταν καλύτερα» και «στη χούντα είχαμε έργα» τις έχω ακούσει πολλές φορές. Και τις ακούω ακόμη και σήμερα.

Πάμε λοιπόν για μία μικρή ιστορία. Μία αφήγηση σύγκρισης, ανάμεσα στο δικό μας καθεστώς – στη χώρα του «κάνω ό,τι θέλω», αλλά μου αρέσει και λίγο η… χούντα – και σε μία άλλη. Πρώην σοβιετικής… κοπής, στην οποία βρέθηκα για εργασία, πριν από περίπου έναν χρόνο.

Στο Τουρκμενιστάν, χώρα της κεντρικής Ασίας. Για όσους δεν το γνωρίζουν, τη χώρα διοικεί ένας Πρόεδρος.

Ο υπέρτατος ηγέτης.

Κάτι σαν έναν… Κιμ Γιουνγκ Ουν σε συσκευασία… τσέπης.

Το ονομάζουν Δημοκρατία, αλλά μεταξύ μας, δεν είναι. Μοιάζει λίγο με τη δική μας Χούντα. Μόνο που έχει παγιωθεί. Και κανείς δεν μπορεί να το αλλάξει.

Η πρώτη εικόνα που αντίκρισα ήταν ένα αστυνομικός, με εκείνο το μεγάλο πηλίκιο που φορούσαν στη Σοβιετική Ενωση σε περασμένες δεκαετίες. Το καπέλο συνοδεύεται από ένα παγωμένο χαμόγελο. Και ένα βλέμμα που… τρυπάει.

Θέλετε να μάθετε πως λειτουργεί η φάση εκεί στο Τουρκμενιστάν;

Ο λόγος του ηγέτη είναι… Ευαγγέλιο. Έχει τη δυνατότητα να κλείνει τους δρόμους, όποτε αυτός θέλει να περάσει τον δρόμο.

Σε κάθε γωνιά υπάρχουν αστυνομικοί. Φανεροί και κρυφοί. Τύποι με μαύρα κοστούμια, οι οποίοι σκανάρουν κάθε κίνηση. Πόσο μάλιστα τα καμώματα ενός ξένου.

Ο Γκουρμπανγκούλι Μπερντιμουχαμέντοφ, ο Πρόεδρος της χώρας, φροντίζει να κάνει έργα. Τα περισσότερα αχρείαστα στην πρωτεύουσα του Ασγκαμπάτ.

H πλειοψηφία τους, δε, αφορά τον ίδιο. Και τα αγάλματά του, τα οποία είναι διασκορπισμένα σε όλη την πρωτεύουσα.

Οργάνωσε αγώνες, ξοδεύοντας εκατομμύρια δολαρίων, μόνο και μόνο για να μπορεί να καυχηθεί για τους «άρτους και τα θεάματα» που μόνο η χώρα του μπορεί να διοργανώσει με αρτιότητα και συνέπεια. Μολονότι το κράτος του είναι… κλειστό απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο. Υπολογίστηκε πως σπαταλήθηκε ένα ετήσιος προϋπολογισμός, προκειμένου ο Πρόεδρος να κάνει το κομμάτι του!

Το Ασγκαμπάτ είναι μία πανέμορφη πόλη. Μόνο όταν την βλέπεις. Όταν αποφασίζεις να την περπατήσεις, μοιάζει αδειανή. Υπάρχουν τα ολόλευκα κτίρια και σχεδόν κανείς πεζός.

Ζούνε άνθρωποι εκεί. Στο κομμάτι της πόλης που λογίζεται ως το… μπας κλας. Το κανονικό κομμάτι της πόλης. Με ψηλούς λευκούς φράχτες να… κρύβουν με επιμέλεια όσα παραπήγματα βρίσκονται από πίσω.

Η καλύτερη δουλειά που μπορείς να βρεις εκεί, είναι στην κρατική τηλεόραση. Ξέρετε πόσα κανάλια έχει η κρατική τηλεόραση; Επτά! Με χιλιάδες εργαζόμενους, οι οποίοι δεν έχουν τοποθετηθεί με κριτήριο το πόσο καλοί είναι στη δουλειά τους. Και λαμβάνουν φυσικά δολάρια, ένα νόμισμα που κινεί τα πάντα.

Τα βράδια, μία από τις αγαπημένες ασχολίες ήταν ο καθαρισμός των διαβάσεων. Ναι, καλά διαβάσατε. Οι διαβάσεις θα έπρεπε να παραμείνουν λευκές και ένα συνεργείο (μάλλον φυλακισμένων) είχαν αναλάβει τούτη την αγγαρεία.

Στο ξενοδοχείο που μέναμε, υπήρχε μπαρ. Εκεί πήγαινε το μεγαλύτερο μέρος των ξένων εργαζόμενων. Μόνο που μετά τις 11, οι κουρτίνες θα έπρεπε να κλείνουν. Προκειμένου να μην φαίνονται φώτα που θα… σκανδαλίσουν (ή θα «ξυπνήσουν») τους ντόπιους. Βλέπετε, κανείς δεν έπρεπε να ξέρει οτι κάποιοι άνθρωποι, κάπου στο Ασγκαμπάτ, διασκεδάζουν…

Η παραμονή μου στη χώρα ήταν ορισμένη. Σχεδόν 20 ημέρες. Και μετά αντίο. Για σκεφτείτε αυτό το πράγμα στην πλήρη εφαρμογή του για το υπόλοιπο της ζωής μου. Ή της δικής σας;

Κατά τη διάρκεια των αγώνων απαγορευόντουσαν οι φωτογραφίες. Ακόμη και από όσους ήταν επαγγελματίες φωτογράφους. Το κλασικό χέρι μπροστά στον φακό εμφανίστηκε αρκετές φορές. Και συνοδεύτηκε από τις αστυνομικές… παραινέσεις. Φυσικά και η φασαρία διέθετε και ερωτήσεις. Με την πλέον κλασική να αφορά «γιατί θέλεις να τραβηξεις το κτίριο;».

Το πιο σουρέαλ που έζησα, ήταν η live τηλεοπτική ενημέρωση του Προέδρου από τους τοπικούς άρχοντες. Τα λόγια του Μπερντιμουχαμέντοφ έμοιαζαν με την απαγγελία των Δέκα Εντολών.

Ένα τσούρμο ανθρώπων, με τετράδια και στυλό στα χέρια, έγραφαν με χάρη που θα ζήλευε και η καλύτερη στενογράφος. Κατέγραφαν όσα τους έλεγε ο ηγέτης. Προς γνώση και συμμόρφωση.

Και κάτι τελευταίο. Οι εθελοντές των αγώνων, κυρίως παιδιά, έπρεπε να βρίσκονται στο γήπεδο. Υποχρεωτικά. Για ώρες ατελείωτες. Και να μην μπορούν να φύγουν, δίχως την απαραίτητη εντολή.

Πιστεύετε ακόμη πως μία χούντα είναι καλή; Πως θα μπορούσατε να κάνετε όσα κάνετε τώρα και με αυτό το καθεστώς; Ρωτήστε αν θέλετε τους κατοίκους του Ασγκαμπατ.

Υ.Γ.: Για να ταξιδέψετε στη χώρα χρειάζεται η έκδοση βίζας. Για τουριστικούς λόγους δεν δίνετε…

Εγγραφείτε στο Ειδήσεις, νέα, παρασκήνια από το Sportime μέσα από το Google news