Ο Σπύρος Λούης σκόρπισε άνεμο υπερηφάνειας στους Έλληνες που εύχονταν να είναι συμπατριώτης ο νικητής του Μαραθωνίου της Αθήνας το 1896.

Στις 29 Μαρτίου του 1896 ο Σπύρος Λούης έμπαινε πρώτος στο Καλλιμάρμαρο, θριαμβευτής του Μαραθωνίου αλλά ακόμα και σήμερα τα ερωτηματικά παραμένουν. Γράφει ο Νίκος Μπουρλάκης

Ο Σπύρος Λούης σκόρπισε άνεμο υπερηφάνειας στους Έλληνες που εύχονταν να είναι συμπατριώτης ο νικητής του Μαραθωνίου της Αθήνας το 1896.

Κι αυτό φαίνεται από το ότι ο Λούης έρχεται στο μυαλό όλων, αυτομάτως, όταν αναφερόμαστε στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες. Για τους Έλληνες η νίκη στο Μαραθώνιο ήταν «εθνικό ζήτημα» και όπως θα δείτε στο ρεπορτάζ της εποχής, εύχονταν να κερδίσουν αυτό το αγώνισμα κι ας έχαναν οποιοδήποτε άλλο.

Η νίκη του νερουλά από το Μαρούσι δεν ήταν αναμενόμενη. Προφανώς και δεν τον υπολόγιζε κανείς. Εκείνη τη στιγμή δεν αναζήτησαν περισσότερες λεπτομέρειες αφού η εθνική ανάταση δεν το επέτρεπε ενώ στη συνέχεια η καθιέρωση του Σπύρου Λούη ως σημαίνοντος προσώπου στην ελληνική ιστορία, καθιστούσε ως ύβρη την οποιαδήποτε κουβέντα που εξέφραζε ερωτηματικά για τη νίκη του.

Στη Μάνη, πατρίδα του δεύτερου Ολυμπιονίκη Χαρίλαου Βασιλάκου, ουδέποτε αναγνώρισαν τη νίκη του Λούη. Θεώρησαν ότι έγινε κάτι παράξενο αφού ο Βασιλάκος, αθλητής του Πανελληνίου και πρωταθλητής, ουδέποτε είδε τον Αμαρουσιώτη να τον προσπερνά. Παράλληλα οι έρευνες που ακολούθησαν έφεραν κάποια στοιχεία στην επιφάνεια μέσω των οποίων φαινόταν αδύνατο να βελτιωθεί κατά τόσο πολύ ο χρόνος των προκριματικών στον τελικό

Κι αυτό διότι ο Λούης έτρεξε στα προκριματικά σε 3 ώρες και 19 λεπτά και μάλιστα αποκλείστηκε (!) αλλά έλαβε μέρος στον τελικό κατόπιν άνωθεν εντολής. Και στο δρόμο που τον οδήγησε στο θρίαμβο έκανε 2 ώρες και 58 λεπτά, δηλαδή μέσα σε λίγες μέρες βελτίωσε το ρεκόρ του κατά 21 λεπτά!

Επίσης είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι παρά τις προκλήσεις από τον Βασιλάκο και τον Μπελόκα, ο Λούης αρνήθηκε να τρέξει σε άλλο αγώνα μετά τη νίκη του στον Μαραθώνιο. Οι δύο Έλληνες πρωταθλητές όπως και άλλοι ξένοι, θιγόμενοι από την πρωτιά του Λούη του ζήτησαν μάταια τη «ρεβάνς».

Πάντως για να είμαστε ακριβείς, ο Βασιλάκος και ο Μπελόκας συνέχισαν τον αθλητισμό ενώ ο Λούης δεν έτρεξε ξανά! Έγινε κι έμεινε μύθος.

Και στην Ελλάδα υπάρχει μεγάλο πρόβλημα όταν πας να «ανακινήσεις» ιστορίες που αφορούν μύθους.

Ας δούμε όμως τι έγραφε η εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» στο ρεπορτάζ της για τον Μαραθώνιο.

«Η φήμη έφερε την είδηση ότι προηγείται όλων ο Αυστραλιανός Φλακ, ο φοβερός νικητής του Σταδίου.

-Μα ποιος το είπε αυτό;

-Ο Γκέντριχ, ο Γερμανός ποδηλάτης. Ερχότανε μαζί τους και τους άφησε εις το Χαρβάτι. Ο Φλακ έρχεται μπροστά 4-5 χιλιόμετρα!

Αλλά η ελπίς δε φεύγει γρήγορα.

-Σταθείτε βρε παιδιά, δε ξέρουμε ακόμη.

Κι εύχεται το πλήθος όλον εκεί να έλθει πρώτος Έλλην, κι ας μας πάρουν όλα τα άλλα αγωνίσματα.

Εκτός του Σταδίου, νέα του πλήθους συντάραξις! Αλλ’ ευφρόσυνος αυτή. Και φεύγει και πετά και διατρέχει όλον το Στάδιον άλλη κραυγή:

-Ο Αμαρουσιώτης, Αμαρουσιώτης! Αυτοστιγμαί ευρίσκονται όλοι όρθιοι.

-Κάτω, καθίστε κάτω, ησυχία, δεν είναι τίποτε ακόμη- φωνάζουν τρέχοντες κι επιβάλλοντες τάξιν οι αξιωματικοί της αστυνομίας.

Αλλά δεν ακούει κανείς. Φοβερά αγωνία. Ανέκφραστος συγκίνησις. Κτυπούν πλέον οι παλμοί όλων. Και μια βοή κρατεί ομιλιών και δεν ακούει κανείς ούτε το πυροβόλον το αναγγείλαν την εις την πόλην είσοδον του πρώτου δρομέως. Αίφνης διανοίγονται τα έξω πλήθη και ακούγεται βοή χαράς, και:

-Έλλην, Έλλην, Έλλην,Έλλην.

Εδώ πλέον κανείς δεν μπορεί να ζωγραφίσει τη στιγμή εκείνη. Όλο αυτό το πλήθος,από του Στίβου του Σταδίου και των αμφιθεατρικών πλευρών του μέχρι και κορυφής, όλον το υψηλά εκεί πλαίσιον και ο κινούμενος εκεί λόφος, όλοι οι άνθρωποι εκείνοι, χιλιάδες χιλιάδων, όρθιοι, βοούν βοήν προάγγελον της νίκης ενώ μακρόθεν εκ της οδού Κηφισίας ορμούν κύματα ζητωκραυγών και πλήττει η νοή των συγκεχυμένη και συμφρύονται μετά της αορίστου ακόμη βοής του Σταδίου.

Αίφνης εις την είσοδο του Σταδίου, χαιρετίζουν οι προπορευόμενοι αξιωματικοί, ενώ το έξω πλήθος βοά μαθόν την είδηση παρά του συντάκτου μας κ.Δεσίου.

Το πλήθος αντελήφθη πλέον τη νίκη. Εκατό χιλιάδες κραυγές εντός κι εκτός του Σταδίου απηχούν ατελεότητα ζήτω και το Στάδιον όλον σείεται.

Όρθιοι όλοι, πλείστον εξάγουν μικράς σημαίες οι άλλοι όλοι αείουν τους πίλους των, αι γυναίκες τα μανδήλια των, ότε επιφαίνεται ο αριθμός 17.

-Ο Λούης, ο Λούης, ο Λούης ο Αμαρουσιώτης!

Και βροντούν χειροκροτήματα ατελεύτητα και συμμίγνυνται κραυγαί ευφροσύνης μυριόστομοι και μυριόφθογγοι και ρίγος συγκινήσεως και πυρ ενθουσιαασμού μεθύουν όλον τον αμέτρητον εκείνον κόσμον.

 

Ο νικητής εισέρχεται και φθάνει εις το τέρμα έχων εκ δεξιών τον Διάδοχον και εξ αριστερών τον Πρίγκιηπα Γεώργιον συντρέχοντες σπεύσαντας πρώτοι να τον υποδεχτούν.

Υψούται η σημαία η ελληνική και αντικρούεται ο Εθνικός Ύμνος. Και αι ζητωκραυγαί και τα χειροκροτήματα εξακολουθούν»

Κι όπως αναφέρεται παρακάτω, η σειρά των αφιχθέντων εις το Στάδιο ήταν η εξής:

1.Σ.Λούης, αριθμός 17, ώρα 2 55’

2.Χ.Βασιλάκος, αριθμός 7, ώρα 2 58’’

3.Ν.Μπελόκας, αριθμός 3, 2 571/2 (εδώ πρέπει να έχει γίνει κάποιο λάθος)

4.Κέλνερ Ούγγρος, αριθμός 6, ολίγω ύστερον

5.Ι Βρεττός, αριθμός 14

6.Δ.Δηλιγιάννης, αριθμός 1

7.Ε.Παπασυμεών, αριθμός 15

8.Ε.Γερακάρης, αριθμός 10

9.Σ.Μασούρης, αριθμός 18

Την επόμενη μέρα δε συνεχίστηκαν οι πανηγυρισμοί των εφημερίδων αφού η είδηση του θανάτου του Χαρίλαου Τρικούπη, στη Γαλλία, έβαλε τα πάντα σε δεύτερη μοίρα. Πάντως τα γεγονότα των Ολυμπιακών Αγώνων είχαν την τιμητική τους στο πρωτοσέλιδο αλλά και πολύ χώρο μέσα.