Τα όσα είχαν συμβεί στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας πριν από 32 χρόνια μεταφέρονται στο μπάσκετ που ζει το δικό του «βρώμικο» ’21 με κάποια θλιβερά γεγονότα.

Το μπάσκετ στην Ελλάδα γιγαντώθηκε χάρη στο συναίσθημα και στο πνεύμα συνεργασίας. Όπως φάνηκε υπάρχει ακόμα ακόμη και σε σκληρές επαγγελματικές περιόδους.

Το έχω ξαναγράψει πολλές φορές ότι το μπάσκετ στην Ελλάδα είχε πάντοτε ένα πλεονέκτημα συγκριτικά με τα υπόλοιπα αθλήματα.

Για αυτό άλλωστε και όσους ασχολούνταν με το μπάσκετ τους αποκαλούσαν μασόνους. Έτσι έλεγαν. Η μασονία του μπάσκετ. Θέλοντας να τονίσουν ότι το συγκεκριμένο άθλημα λειτουργούσε με ένα μοναδικό τρόπο.

Όλοι ήταν ενωμένοι κάτω από ένα κοινό σκοπό και ταυτισμένοι απόλυτα με το στόχο. Δεν υπήρχε περίπτωση σε οτιδήποτε είχε να κάνει με την πρόοδο του μπάσκετ να μην τους έβλεπες ενωμένους.

Μπορεί στο γήπεδο να τρώγονταν σαν τα κοκόρια. Όταν όμως υπήρχε ένας σκοπός όλοι παρουσιάζονταν ενωμένοι. Και όχι με μία ψευδεπίγραφη συνεργασία. Αλλά με ειλικρινή διάθεση να χαράξουν έναν δρόμο που θα οδηγούσε στην επίτευξη του στόχου.

Έτσι πέτυχε το μπάσκετ. Ήταν περισσότερο ρομαντικό και αγαπησιάρικο από οποιοδήποτε άλλο άθλημα. Οι μορφές που αναπτύχθηκαν στα ανοιχτά γήπεδα θα μπορούσαν αυτή τη στιγμή να είναι καθηγητές στο μάρκετινγκ.

Ο τρόπος με τον οποίο συντηρούσαν την ομάδα τους με ένα νοικοκυρεμένο τρόπο και ταυτόχρονα με πρωτόγνωρο πάθος ήταν μοναδικός.

Σε αυτά τα ανοιχτά γιγαντώθηκε το μπάσκετ. Στα ανοιχτά με το κρύο και το χιονόνερο που δεν έλεγες να σταματήσεις να χτυπάς την μπάλα.

Στα ανοιχτά με τον κόσμο να είναι συγκεντρωμένος πίσω από τη γραμμή για να παρακολουθεί από μίνι ως αντρικά.

Σε αυτές τις ιστορίες που λέγονται ακόμα από τους παλαιότερους η μεταφέρουμε εμείς στις νεότερες γενιές και μας ακούν λες και ήρθαμε από άλλο πλανήτη.

Ο πρόλογος αυτός δεν είχε σκοπό να επαναφέρει στην επιφάνεια κάποιες ρομαντικές ιστορίες που θυμόμαστε μεταξύ μας στις διάφορες μαζώξεις. Αλλά με αφορμή την ενέργεια των τεσσάρων ομοσπονδιακών προπονητών βρήκαμε την ευκαιρία να γυρίσουμε λίγο πίσω.

Ήταν μία κίνηση που ταίριαζε περισσότερο σε εκείνες τις εποχές που μνημονεύουμε. Στις ρομαντικές και αγαπησιάρικες του μπάσκετ. Πού χάρη σε αυτές κατάφερε να αναπτυχθεί, να μπει στα σπίτια, να γίνει παιδικό όνειρο.

Δεν πιστεύουμε ότι αυτές οι εποχές θα επιστρέψουν. Όλα αλλάζουν και αυτό είναι το φυσιολογικό. Ο χρόνος τρέχει ο κόσμος εξελίσσεται οι συνθήκες διαφοροποιούνται.

Όταν όμως ανακαλύπτεις ότι μία κίνηση από το παρελθόν, εκείνο που θυμάσαι με νοσταλγία και αγάπη, τελικά κάνει τη διαφορά αναρωτιέσαι αν θα έπρεπε να βάλουμε κάτι διαφορετικό στη ζωή μας.

Να το προσαρμόσουμε όσο μπορούμε στα καινούργια δεδομένα αλλά να μη χάσουμε την ψυχή μας, το συναίσθημα και το κίνητρο να είμαστε καλοί συμπαίκτες.

Οι ομοσπονδιακοί προπονητές απέδειξαν ότι το μπάσκετ είναι πάνω από όλους μας. Ότι κανείς δεν μπορεί να βάλει τον εαυτό του πάνω από αυτό.

Και ότι αν υπάρχει ελπίδα Ανάστασης αυτή θα προκύψει μόνο μέσα από αυτή τη νοοτροπία.

Ο Σωτήρης Μανωλόπουλος, ο Σάββας Καμπερίδης, ο Ισίδωρος Κουτσός και ο Κώστας Παπαδόπουλος κέρδισαν ήδη το μεγαλύτερο βραβείο της χρονιάς.

Έδειξαν σε όλους ότι η Εθνική ομάδα θα πρέπει πρώτη να δίνει το παράδειγμα της νέας εποχής.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Μυθικός Αντετοκούνμπο: Στους 75 καλύτερους παίκτες της ιστορίας του ΝΒΑ