×

Sportime BET

ΠαραFootball

Editorial

Στοίχημα

Βαθμολογίες

Αλεξάνδρα Χαριτάτου: Στην Ελλάδα σε πολλές περιπτώσεις ο πολιτισμός μυρίζει μούχλα


    Διονύσης Αντωνέλλος



Αλεξάνδρα Χαριτάτου: Δώσαμε το ραντεβού για την συνέντευξη σε μία παλιά γειτονιά της Αθήνας. Για την ακρίβεια σε μια γειτονιά των αρχών του 20ου αιώνα.

Ήταν η αναπαράσταση σε φυσικό μέγεθος μιας γειτονιάς της Αθήνας του 1900. Συναντηθήκαμε κάτω από το κτήριο της πλατείας Ασωμάτων, με τις Καρυάτιδες. Όχι το κανονικό που υπάρχει ακόμα αλλά μία κατασκευή σε πλήρες μέγεθος που φιλοξενείται στο Πολιτιστικό Κέντρο Μελίνα Μερκούρη στο Θησείο.  «Το φτιάξαμε με το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ) το οποίο είχε ιδρύσει ο πατέρας μου, σε συνεργασία με τον Δήμο Αθηναίων. Και όλα τα αντικείμενα που είναι μέσα στα καταστήματα είναι αυθεντικά, στο γύρισμα του 19ου με 20ου αιώνα. Η ιδέα είναι η αναπαράσταση μίας γειτονιάς στις αρχές του 20ου αιώνα» θα μου πει η ιστορικός – μουσειολόγος Αλεξάνδρα Χαριτάτου, κόρη του συλλέκτη Μάνου Χαριτάτου.

Πώς είναι να μεγαλώνεις μέσα σε παλιά αντικείμενα; Πώς βλέπει το σήμερα μία ιστορικός; Πώς βλέπει το αύριο μία ιστορικός; Τι μαθαίνουμε από το χθες;

«Η αλήθεια είναι ότι έχω μεγαλώσει μέσα σε παλιά αντικείμενα. Άρχισα να δουλεύω στο ΕΛΙΑ πριν τελειώσω το σχολείο. Άρχισα να βγάζω φωτοτυπίες. Σπούδασα Ιστορία και Φιλοσοφία και μετά έκανα μάστερ στην Μουσειολογία. Δουλεύω 30 χρόνια. Αυτό που μου αρέσει και κάνω είναι οργάνωση εκθέσεων και γενικά εκδηλώσεις κατά τις οποίες προάγει κανείς τον πολιτισμό και πώς να φέρει τον κόσμο κοντά», λέει η Αλεξάνδρα Χαριτάτου, υποψήφια με τη Νέα Δημοκρατία στην Α’ Αθηνών.

Πάντα το είχα απορία. Πώς να βλέπει ένας ιστορικός το σήμερα; Ρωτάω την Αλεξάνδρα ενώ περπατάμε στην «παλιά γειτονιά των αρχών του 19ου αιώνα».  «Συνήθως δεν βλέπει το σήμερα. Δεν μπορεί να δει το σήμερα ως ιστορικός. Πρέπει να έχει μία απόσταση από τα γεγονότα». Ακόμα και αυτά που έχει ζήσει κανείς τα τελευταία 30, 40 χρόνια είναι πολύ δύσκολο να τα αποτιμήσει ιστορικά. Μάλλον και να το κάνει, δεν θα το κάνει σωστά. Θα εμπλέκεται το προσωπικό βίωμα. Εκτός αν έχει να κάνει με κάποια άλλη χώρα, άλλη κουλτούρα που δεν έχει καμία σχέση (σ.σ. ο ιστορικός)», μου απαντάει. Και μου εξηγεί.

«Διαβάζω το βιβλίο “Η τελευταία μπλόφα”, της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού, για πράγμα που έγιναν πριν από τέσσερα χρόνια και βλέπουμε πόσα πράγματα δεν ξέραμε, πόσα βλέπουμε διαφορετικά και πως επιβεβαιώνονται άλλα που ξέραμε, χειρότερα απ’ ότι νομίζαμε», σημειώνει. «Βέβαια από τότε που εγώ σπούδασα ιστορία και ιστοριογραφία έχουν αλλάξει πολύ τα πράγματα. Το αποτύπωμα που αφήνουμε πια λόγω των νέων τεχνολογιών είναι τεράστιο. Σημαίνει ότι υπάρχει υπερπληθώρα τεκμηρίων και μαρτυριών, αλλά βέβαια έχουμε και αυτή την φοβερή μάστιγα των Fake News. Πόσο θα πέσουν θύματα οι ιστορικοί του μέλλοντος σε κάτι που ήταν παντού και μπορεί να ήταν τελείως ψέμα; Όπως ξέρουμε αν γίνει ένα ατύχημα στον δρόμο και  έχει δέκα αυτόπτες μάρτυρες, ο καθένας θα έχει δει κάτι διαφορετικό», συμπληρώνει.

Αλλάζω θέμα, ρωτάω για αγαπημένο βιβλίο της Αλεξάνδρας. «Το Tipping Point, του Μάλκομ Γκλάντγουελ». Αυτό είναι το βιβλίο που διάβασε πρόσφατα και την εντυπωσίασε. Τι είναι όμως το «Tipping Point»; «Είναι το σημείο της μη επιστροφής. Και δείχνει ακριβώς πως στις κοινωνίες αλλά και στις άλλες δραστηριότητες μπορεί να γίνει κάτι το οποίο να ανατρέψει την μέχρι τότε πορεία ενός πράγματος που δεν θα άλλαζε», μου εξηγεί. Μου δίνει την καλύτερα πάσα για το επόμενο ερώτημα. To Τipping Point στην Ελλάδα ποιο ήταν; «Mπορεί και να είναι η περίοδος που ζήσαμε τώρα. Νομίζω ότι αυτά τα 4 ½ χρόνια που ήταν συνέχεια άλλης μία 5ετίας κρίσεως, που τα είδαμε όλα, έσπασαν πάρα πολλά στεγανά. Πολλά ταμπού. Και στην πολιτική σκηνή είδαμε πράγματα που δεν είχαμε ξανασυναντήσει. Έπεσαν τα προσχήματα. Έπεσαν τα πάντα. Αμφισβητήσαμε τους θεσμούς, γελοιοποιήθηκαν και τρολαρίστηκαν οι πάντες και τα πάντα», μου απαντά η Αλεξάνδρα. «Τώρα είναι ένα σημείο που άμα δεν γυρίσει θα έχουμε μεγάλο πρόβλημα. Το  βασικό μας πρόβλημα δεν είναι το οικονομικό αλλά κρίση θεσμών και αξιών. Η έλλειψη εμπιστοσύνης των ανθρώπων προς το κράτος, προς την κυβέρνησή του και προς αλλήλους. Υπήρξε ένας τρελός διχασμός στην κοινωνία», συμπληρώνει.

«Ενδεχομένως αυτό το πείραμα των 4 ½ ετών, να έρθουν στην εξουσία άνθρωποι που δεν ήταν έτοιμοι, που ήρθαν χωρίς να έχουν πραγματικά κανένα σχέδιο, ήταν όλα στο μυαλό τους. Όλο ευχολόγια. Που δεν είχαν και τις ικανότητες απ’ ότι φαίνεται. Που συνέχισαν να διαχειρίζονται παρά τις ευκαιρίες που τους δόθηκαν τα πράγματα πολύ ανεύθυνα. Είδε ο κόσμος και αυτό νομίζω είναι το μεγαλύτερο δώρο των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προς την κοινωνία, ότι δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις και μαγικά ραβδάκια και δεν μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα εύκολα. Χωρίς να γίνουν αυτά που πρέπει να γίνουν. Δεν υπάρχει λεφτόδεντρο», τονίζει.

«Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι από τους ελάχιστους πολιτικούς, αν όχι ο μόνος, που ως αντιπολίτευση έχει υποσχεθεί τα λιγότερα. Ένα συνετό κοστολογημένο σχέδιο. Δεν υπόσχεται πολλά. Έχει πει θα είναι δύσκολα αλλά θα βάλει την χώρα, ελπίζουμε όλοι, σε μία τροχιά κανονικότητας» σημειώνει η υποψήφια με τη Νέα Δημοκρατία στην Α’ Αθηνών.

Τι θα έκανε η Αλεξάνδρα Χαριτάτου αν μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο με ένα χτύπημα των δαχτύλων της;  Θα ήθελε ο κόσμος «να βάλει μπροστά την κριτική του σκέψη, να διαβάσει βιογραφικά, να δει ποιους θα σταυρώσει να μπουν στη Βουλή τις εκλογές της 7ης Ιουλίου». «Υπάρχουν άνθρωποι που δεν είναι κατάλληλοι. Υπάρχουν σίγουρα και φαύλοι. Στη Βουλή οι 300 που στέλνουμε είναι αυτοί που αντιπροσωπεύουν εμάς τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Αν ψηφιστούν άνθρωποι που μετά θα τους μουτζώνουμε στην τηλεόραση δεν έχει κανένα νόημα. Δεν πρέπει οι ψηφοφόροι να μείνουν μόνο στην αναγνωρισιμότητα, σε αυτούς που ξέρουν. Έχει γίνει μία τεράστια ανανέωση στα ψηφοδέλτια της Νέας Δημοκρατίας. Χωρίς να θεωρούμε ότι μπορεί να ξεκινήσει μία κυβέρνηση με μόνο νέους πολιτικούς. Φυσικά χρειάζεται και η εμπειρία», τονίζει.

H Aλεξάνδρα σε τέσσερα χρόνια από τώρα φαντάζεται την Αθήνα αλλαγμένη σε «πάρα πολλά πράγματα». «Θα έχουμε μπει σε έναν άλλο ρυθμό. Οι άνθρωποι που με βαριά καρδιά τώρα θα ψηφίσουν πιστεύοντας ότι πιθανότατα δεν θα αλλάξει τίποτα, θα έχουν δει ότι όχι, μπορούν να αλλάξουν πράγματα. Η εμπιστοσύνη του κόσμου θα αυξηθεί απέναντι στους κυβερνώντες του. Θα δουν ότι υπάρχουν άνθρωποι που αξίζουν» λέει η Αλεξάνδρα Χαριτάτου.

Ποια η γνώμη της για τα Μουσεία της Ελλάδας; «Ξέρουμε ότι το μουσείο της Ακρόπολης είναι από τα καλύτερα στον κόσμο. Έχουμε πολλά σύγχρονα και ωραία φτιαγμένα μουσεία. Έχουμε το μουσείο Μπενάκη, που είναι ένα παλιό μουσείο αλλά έγκυρο και πολύ καλό» αναφέρει. «Βέβαια το πιο σημαντικό μουσείο της Ελλάδας και ενδεχομένως από τα σημαντικότερα του κόσμου είναι το Αρχαιολογικό Μουσείο, το οποίο όμως δυστυχώς και αυτό έχει πέσει και αυτό θύμα της κρίσης αλλά και μίας γενικότερης παρακμής, με αποτέλεσμα τώρα οι περισσότερες αίθουσες να είναι κλειστές, να μην υπάρχουν φύλακες κτλ.», συμπληρώνει.

«Έχουμε μείνει πολύ πίσω στα θέματα διαχείρισης πολιτισμού. Έχουμε μείνει στις δεκαετίες ’50 και ’60. Εξαιρώ βέβαια τα πιο σύγχρονα μουσεία. Δεν επιτρέπεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο το κατάστημα των αναμνηστικών να είναι στο υπόγειο. Όταν σε όλα τα μουσεία του κόσμου και τα σύγχρονα μουσεία είναι στην έξοδο για να υποχρεώνουν τον επισκέπτη βγαίνοντας να πάρει ένα αναμνηστικό. Αυτό βοηθάει και στα έσοδα του μουσείου και στο να πάρει ο ξένος κάτι μαζί του στο εξωτερικό για να το θυμάται», τονίζει η ιστορικός και μουσειολόγος.

«Είναι μέσα στη ζωή ο πολιτισμός. Είναι βίωμα, δεν είναι κάτι απρόσιτο. Δεν είναι κάτι για λίγους, δεν είναι κάτι βαρετό. Στην Ελλάδα, σε πολλές περιπτώσεις ο πολιτισμός μυρίζει μούχλα». Ωραία ατάκα. Σκέφτομαι να την βάλω τίτλο.

Επόμενη ερώτηση για το Μουσείο των Αθηνών. «Η Αθήνα είναι μία πόλη πολύ σημαντική παγκοσμίως, διότι είναι η βάση του Δυτικού Πολιτισμού. Από εμάς ξεκίνησε η Δημοκρατία αλλά και η αισθητική, η αρχιτεκτονική, η φιλοσοφία, πάρα πολλά πράγματα. Αλλά η Αθήνα δεν έχει κανένα μουσείο που να δείχνει την εξέλιξη της πόλης. Είναι η μοναδική πρωτεύουσα του κόσμου που έχει ενεργό οικονομικό και ιστορικό κέντρο στο ίδιο σημείο για 5.000 χρόνια. Δεν υπάρχει καμία άλλη πόλη. Π.χ. στη Ρώμη έχει μετακινηθεί (σ.σ. το κέντρο της πόλης). Είναι αλλού το αρχαίο και αλλού το νέο. Δεν υπάρχει λοιπόν ένας χώρος, ένα μουσείο πώς ήταν πριν από 5.000 χρόνια που ξεκίνησε από τους πρώτους οικισμούς η Αθήνα μέχρι και σήμερα σε γραμμική εξέλιξη», σημειώνει.

«Βλέπουμε τα αρχαία στα αρχαιολογικά μουσεία, το Βυζάντιο στο βυζαντινό μουσείο, έχουμε σύγχρονη τέχνη στο Μουσείο Μπενάκη αλλά μετά πηδάμε κάποιες περιόδους. Υπήρξαν φάσεις παρακμής. Πώς μεγάλωνε και μίκραινε αυτή η πόλη. Πώς υποδέχτηκε η Αθήνα τους πρόσφυγες το 1922 πώς το 2.000. Έχω μία πολύ μεγάλη συλλογή παλαιών αντικειμένων από τον πατέρα μου και θέλω άμα γίνει αυτό το μουσείο, να παραχωρήσω αυτή την συλλογή και τα υπόλοιπα με χρησιδάνεια από άλλα μουσεία, νέες τεχνολογίες, με αντίγραφα, υπάρχουν τρόποι να μπαίνει κάποιος και να περνάει αίθουσες όπου π.χ. η μία αίθουσα θα είναι 19ος – 20ος αιώνας και σε άλλες αίθουσες θα βλέπει κανείς άλλες περιόδους. Κάτι που είναι ζωντανό», τονίζει η Αλεξάνδρα Χαριτάτου. Φαίνεται πως είναι το όνειρο ζωής της. Το καταλαβαίνεις από τον τρόπο που μιλάει γι αυτό. Θα γίνει όμως; «Ελπίζω. Το γεγονός ότι μου είπαν να γίνω υποψήφια έχοντας αυτή την ιδέα ήταν ένα καλό πρώτο σημάδι. Με την έννοια ότι τους άρεσε. Θέλω πάρα πολύ να γίνει», απαντά και της ξεφεύγει ένα «μακάρι».