Δημόσια Παιδεία: Σοκ με μείον 20.000 αιτήσεις στο ΑΣΕΠ για νέους εκπαιδευτικούς – Η κατάρρευση ενός άρρωστου συστήματος Παιδείας
Αιτίες οι τραγικοί μισθοί, οι συνεχείς μετακινήσεις, η «βιομηχανοποίηση» της διδασκαλίας και το γεγονός ότι οι δάσκαλοι γίνονται «σάκος του μπόξ»
Ένα βαθιά άρρωστο σύστημα παιδείας αποκαλύπτει η κατάρρευση του αριθμού αιτήσεων για τις προκηρύξεις του ΑΣΕΠ, για τους διορισμούς εκπαιδευτικών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και τις προσλήψεις αναπληρωτών.
Η τάση μείωσης των αιτήσεων προκαλεί σοκ και σίγουρα θα έπρεπε να ντροπιάζει το υπουργείο Παιδείας ως προς το τραγικό εργασιακό περιβάλλον που έχει διαμορφώσει στα σχολεία. Σε σχέση με το 2023, 20.000 λιγότεροι υποψήφιοι εκπαιδευτικοί υπέβαλαν αίτηση για την ένταξη τους στους πίνακες κατάταξης.
Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού που μέχρι πριν κάμποσα χρόνια υποσχόταν επαγγελματική εξασφάλιση και καλές εργασιακές συνθήκες, σήμερα έχει γίνει τόσο «τοξικό» που χιλιάδες πτυχιούχοι καθηγητικών και παιδαγωγικών σχολών, τρέχουν μακριά και μόνο ακούγοντας τη λέξη… ΑΣΕΠ.
Οι λόγοι είναι πολύ συγκεκριμένοι. Ο μισθός του νεοδιόριστου και του αναπληρωτή είναι πενιχρός και δεν επαρκεί ούτε για τα βασικά έξοδα, πόσο μάλλον για καριέρα και οικογένεια. Αν ο εκπαιδευτικός κληθεί να εργαστεί σε κάποιο νομό μακριά από τον τόπο κατοικίας του, προκύπτει ο επιπλέον εφιάλτης του ενοικίου. Το κόστος στέγασης είναι πλέον εντελώς απαγορευτικό για εργαζόμενους που παίρνουν έναν βασικό μισθό και πρέπει να ζήσουν μόνοι τους. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που εκπαιδευτικοί έχουν αναγκαστεί να κοιμούνται μέσα σε τάξεις, στα αυτοκίνητά τους ή σε κοντέινερ, μη μπορώντας να αντέξουν το κόστος μιας αξιοπρεπούς στέγης.
Ένας άλλος λόγος αποθάρρυνσης είναι η μεγάλη αβεβαιότητα του νέου εκπαιδευτικού. Συνεχείς μετακινήσεις από περιοχή σε περιοχή και χρόνια αναμονής μέχρι την πολυπόθητη μετάθεση. Ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί εύκολα να κάνει σχέδια για τη ζωή του και αγωνιά συνεχώς για το πώς θα προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.
Όμως ο πιο αποτρεπτικός παράγοντας εντοπίζεται πλέον στην ίδια τη φύση του σχολείου. Η υγιής παιδαγωγική σχέση μεταξύ εκπαιδευτικού και μαθητή αντικαθίσταται πλέον από γραφειοκρατικό φόρτο, αξιολογήσεις και δείκτες απόδοσης. Διαμορφώνεται μια στείρα κατάσταση όπου ο εκπαιδευτικός αντιμετωπίζεται ως ένας αμέτοχος «δημόσιος υπάλληλος».
Αυτή η «βιομηχανοποίηση» της διδασκαλίας, σε συνδυασμό με την «έκρηξη» της δικαιωματιστικής κουλτούρας που αποθρασύνει πολλούς μαθητές και δυστυχώς ακόμα και πολλούς γονείς, μετατρέπει τους εκπαιδευτικούς σε «σάκους του μποξ». Ο εκπαιδευτικός εγκλωβίζεται σε μια διελκυστίνδα ανάμεσα στην προϊστάμενη αρχή (το κράτος) και την ασέβεια πολλών μαθητών και γονέων. Από τη μία ο δάσκαλος ελέγχεται ασφυκτικά από το κράτος και από την άλλη πρέπει να γίνει… θηριοδαμαστής σε μια κοινωνία όπου η ανήλικη βία γνωρίζει πρωτόγνωρη έξαρση. Παράλληλα η βία εναντίον εκπαιδευτικών λαμβάνει διαστάσεις μάστιγας.
Αυτός είναι και ο λόγος που αυξάνονται τα περιστατικά αυτοκτονιών εκπαιδευτικών ή άλλοι δεν αντέχουν και καταρρέουν, όπως η άτυχη καθηγήτρια Αγγλικών στη Θεσσαλονίκη που υπέστη εγκεφαλικό και έχασε τη ζωή της από τη στεναχώρια της για το τοξικό εργασιακό περιβάλλον που τη συνέθλιβε.
Η τρομακτική μείωση των αιτήσεων για διορισμούς εκπαιδευτικών θα έπρεπε να σημάνει συναγερμό στην πολιτεία και την κοινωνία γενικότερα, αλλά δυστυχώς η κυβέρνηση εξακολουθεί να αδιαφορεί για την απαξίωση του εκπαιδευτικού λειτουργήματος και να αντιμετωπίζει αυτούς τους επιστήμονες ως αναλώσιμους δείκτες κρατικού προϋπολογισμού.
