Απερίγραπτη χαρά… τεράστια τιμή…! Δεν ξέρω πως αλλιώς θα μπορούσα να περιγράψω τα συναισθήματα μου, όταν κλείσαμε το ραντεβού για την κουβέντα μας, με τον ευπατρίδη της μουσικής, το μαέστρο Γιώργο Κατσαρό.

Συναντηθήκαμε στο «Ιχνος», το χώρο τέχνης και έκφρασης της Λένας Αλκαίου και της Αθηνάς Τσαμαδού, στον Πειραιά. Μας μίλησε για πολλά πράγματα, μας ταξίδεψε με τις ιστορίες του, αλλά και με τη μουσική του, γιατί στα ηχεία του «Ιχνους» ακουγόταν το σαξόφωνό του, η προέκταση του σώματός του. Κάνοντας μια προσωπική εξομολόγηση, σκέφτηκα να γράψω τα όσα είπαμε, προσπαθώντας να τα βάλω σε κεφάλαια…

«Να η ευκαιρία» και Talent Shows

Ο μαέστρος ήταν πρωτοπόρος στην ελληνική τηλεόραση και ξεκινώντας την κουβέντα μας από το σήμερα, θέλησα να μάθω την άποψή του. «Δεν είμαι καθόλου αντίθετος στα σημερινά talent shows, αλλά υπάρχει κάτι που με στενοχωρεί πολύ. Ενώ υπάρχουν ορισμένες εξαιρετικές φωνές, μόλις βγουν από εκεί, πάνε σπίτι τους. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, που είναι, για παράδειγμα, ο περσινός νικητής; Δεν υπάρχει συνέχεια και φταίνε πολλά. Από τη στιγμή που κάποιες εταιρίες αναλαμβάνουν να προωθήσουν τους συμμετέχοντες, δεν υπάρχει μετά η ανάλογη βοήθεια. Δεν είναι μόνο ο πρώτος και το βραβείο του. Πολλές φορές ήμουν υπέρ του δεύτερου ή του τρίτου, γιατί ταλέντα υπήρχαν και θα υπάρχουν. Ισως θα έπρεπε να λιγοστέψουν αυτές οι εκπομπές, ώστε να έχουμε και λιγότερα «θύματα». Δεν υπάρχει τρόπος, όπως είναι η κατάσταση σήμερα, να μπορούν όλοι να έχουν δουλειά, εκτός από τις μόνο δύο μέρες την εβδομάδα, που γίνεται πλέον».

Μουσικά Σχολεία

Περνώντας από τους τραγουδιστές στους μουσικούς και στο πως προβάλλονται και αξιοποιούνται, ο μαέστρος μας είπε. «Οταν ανέλαβα την προεδρία στο υπουργείο παιδείας, υπήρχαν μόνο τρία μουσικά σχολεία. Της Παλλήνης, της Ζακύνθου και των Δολιανών. Σε 4 χρόνια, τα σχολεία έγιναν 11 και τα ταλέντα που βγαίνουν από αυτά τα σχολεία, είναι γνήσια ταλέντα και εκεί γίνεται εξαιρετική δουλειά και τροφοδοτούν τα ωδεία. Με αυτό τον τρόπο, γνωρίζουν και τα παιδιά τα παραδοσιακά όργανα. Στην πορεία τους, τα περισσότερα παιδιά φεύγουν στο εξωτερικό, με όποιο τρόπο μπορούν. Η Ελλάδα έχει εξαιρετικούς μουσικούς, καλά ωδεία και καλά μουσικά σχολεία. Αυτό φαίνεται και στις ακροάσεις για κρατικές και δημοτικές ορχήστρες, όλων των ειδών μουσικής, όπου περνούν πραγματικά ταλέντα. Οι γονείς πρέπει να στηρίζουν τα παιδιά τους. Να μην αναρωτιούνται για το πως θα έρθει η επαγγελματική αποκατάσταση στο επάγγελμα του μουσικού, αν υπάρχει πραγματικά ταλέντο. Να είναι δίπλα τους και βέβαια τα παιδιά από την πλευρά τους, να μελετούν, να δουλεύουν και να λένε την μουσική τους άποψη. Στο ωδείο όταν ήμουν, είχα πάντα αυτό το θάρρος για την γνώμη μου και με έλεγαν επαναστάτη. Γι’ αυτό και πάντα προτιμώ σαν συνεργάτη έναν εργατικό και με άποψη και ίσως όχι τόσο ταλαντούχο, από έναν προικισμένο και τεμπέλη. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε μια συναυλία στο Δήμο Θέρμης, όπου ήθελαν να με τιμήσουν και έπαιξα σαξόφωνο μαζί με 20 μαθητές από το ωδείο, όλοι σαξοφωνίστες. Πραγματικά δάκρυσα με τον έρωτα των παιδιών για το όργανο και με τον τρόπο που με υποδέχτηκαν. Κάναμε ένα μουσικό διάλογο και ο κόσμο δεν σταμάτησε το χειροκρότημα. Αυτό μου έδωσε ζωή».

Τραγούδια και Συνθέτες

Σημείο των καιρών είναι το γεγονός, ότι ελάχιστος κόσμος γνωρίζει του συντελεστές ενός τραγουδιού, εκτός από τον ερμηνευτή. Σαν να βρίσκεται το περιθώριο ο συνθέτης και ο στιχουργός. «Ξεκινώντας από τα ραδιόφωνα, είναι λίγοι οι παραγωγοί που στην παρουσίαση των τραγουδιών, αναφέρουν όλους τους συντελεστές. Υπήρχαν άνθρωποι που ανακάλυψαν μετά από χρόνια, ότι για παράδειγμα το «κάθε λιμάνι και καημός» είναι των Πυθαγόρα και Κατσαρού. Επίσης έχουν υποβαθμιστεί και οι πίστες, όπου πλέον δεν αναφέρεται ποτέ ο μαέστρος της ορχήστρας. Πιο παλιά, οι μουσικοί, οι σολίστες και οι μαέστροι ήταν οι βασικοί πυλώνες ενός προγράμματος. Στις μέρες μας υπάρχει και η περιφρόνηση προς το μουσικό. Οι περισσότεροι τραγουδιστές νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα. Γράφουν τη μουσική και το στίχο, τα λένε οι ίδιοι και μέσα στο στούντιο θέλουν να κάνουν κουμάντο μόνοι τους. Στην Ελλάδα δε μετριέται η αξία, αλλά η οικονομική άνεση. Οταν ο τραγουδιστής παίρνει τα δεκαπλάσια, ακόμα κι από το μαέστρο, αυτομάτως του αφαιρεί το δικαίωμα λόγου στο οτιδήποτε. Πολλοί μουσικοί τα έχουν παρατήσει, όχι μόνο λόγω της υποβάθμισης, αλλά και γιατί δε χρειάζονται πλέον. Ακόμα και στα μιούζικαλ, που έχουν γίνει της μόδας ξανά, οι ηθοποιοί που εμφανίζονται και μιλούν για την παράσταση, δεν αναφέρουν σχεδόν τα ονόματα στιχουργών και συνθετών, που είναι και οι απόλυτοι δημιουργοί του συγκεκριμένου είδους. Ενα τελευταίο σημείο των καιρών, είναι η ευκολία που γράφονται πλέον τα τραγούδια. Σε έναν υπολογιστή και με τα κατάλληλα προγράμματα, ο καθένας μπορεί να πει ότι γράφει μουσική και φυσικά μέσω του διαδικτύου να προβάλει τη δουλειά του. Λείπει πλέον η ψυχή, λόγω της τεχνολογίας. Κάθε όργανο και κάθε μουσικός έχουν ψυχή, που πρέπει να βγουν και στην ηχογράφηση, αλλά και στη ζωντανή εμφάνιση».

Διαχρονικότητα των τραγουδιών

Ρώτησα το μαέστρο γιατί κάποια τραγούδια είναι διαχρονικά και θεωρούνται κλασικά. Η απάντησή του, έγινε και ο τίτλος μας. «Γιατί δεν έχουν γραφτεί καλύτερα. Οι περισσότεροι τραγουδιστές πλέον είναι ίδιοι, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Στη δισκογραφία υπήρχαν περιπτώσεις που από τα τραγούδια του δίσκου, περισσότερα από τα μισά γίνονταν επιτυχία. Τα βοηθούσε πολύ το θέατρο, ο κινηματογράφος και φυσικά το ραδιόφωνο. Υπήρχαν οι ώρες των δισκογραφικών εταιριών και στο τέλος της εβδομάδας, ψηφιζόταν το αγαπημένο τραγούδι, βάσει πωλήσεων. Αυτό παιζόταν πάντα στο κλείσιμο τη εκπομπής. Οταν γράψαμε το «κάθε λιμάνι και καημός» με τον Πυθαγόρα, που ερμήνευσαν ο Πάνος Γαβαλάς και η Ρία Κούρτη, είχαμε μεγάλη ανησυχία για το αν θα πήγαινε καλά. Οδηγούσα κάπου στη Νέα Φιλαδέλφεια κι άκουγα την εκπομπή κι όταν άκουσα ότι η εκπομπή έκλεινε με αυτό κόντεψε να μου φύγει το αυτοκίνητο από τη συγκίνηση».

Κινηματογράφος

Το όνομα του Κατσαρού έχει εμφανιστεί σε άπειρους τίτλους ελληνικών ταινιών. «Εχω γράψει μουσική για 117 ταινίες, Δεν ήταν μόνο η μουσική, αλλά και τα τραγούδια που έπρεπε να μπουν. Ο κινηματογράφος βοήθησε πολύ τα τραγούδια. Για παράδειγμα τον Ζαμπέτα ο κόσμος τον έμαθε από τις ταινίες. Σπουδαίος συνθέτης κι αυτή ήταν η ευκαιρία για να προβληθούν». Τον διέκοψα, ρωτώντας για τη μοναδική Ρένα Βλαχοπούλου. «Εδώ σταματάνε τα πάντα. Κολοσσός. Απίστευτο, αληθινό ταλέντο. Η λατρεμένη μου. Ενα ταλέντο με 3 καριέρες. Στο τραγούδι, όπου θα είχε κάνει τεράστια καριέρα στην Αμερική όταν είχε πάει με το Σπάρτακο, αλλά ήθελε να γυρίσει πίσω. Δεύτερη καριέρα στο θέατρο και τρίτη στον κινηματογράφο. Παντού πρώτη. Κέρδισα πολλά στην τέχνη από τη Ρένα. Ημουν νέος κι άπειρος και χρειαζόμουν στήριξη. Ειδικά με τα τρελά προγράμματα εκείνη την εποχή, όπου το πρωί ηχογραφούσα στο στούντιο, το απόγευμα ήμουν στο θέατρο, μετά πήγαινα στο κέντρο και τη νύχτα ξανά στο στούντιο. Η Ρένα με στήριζε σε όλα. Τραγουδούσε καταπληκτικά jazz και όταν ερχόταν στο κέντρο που εμφανιζόμουν, πήγαινα κοντά της με το σαξόφωνο και τραγουδούσε το summer time. Ηταν πάντα πρωταγωνίστρια».

Ποια είναι τα πρόσωπα που τον σημάδεψαν στις κινηματογραφικές του συνεργασίες; «Ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Κώστας Καραγιάννης. Δουλεύαμε ασταμάτητα για τις ταινίες και μάλιστα το «Κέρκυρα Κέρκυρα» γράφτηκε στο στούντιο, γιατί είχαμε καθυστερήσει το τραγούδι των τίτλων. Το είχαμε ξεχάσει με το Σακελλάριο κι εκείνη τη στιγμή το ετοιμάσαμε, μαζί με τη Ρένα. Ο Αλέκος ήξερε πάντα τι ήθελε κι αν δεν ήξερε, είχε ένα μαγικό τρόπο να το βρίσκει την ώρα του γυρίσματος. Με τον Καραγιάννη έκανα περίπου 70 ταινίες και είχαμε άψογες σχέσεις με όλους τους ηθοποιούς. Θυμάμαι την πρώτη φορά που έγραψα μουσική σε επιθεώρηση, με πρωταγωνιστές τους μεγάλους Σταυρίδη και Μακρή. Είχα τεράστιο άγχος που θα συνεργαζόμουν με αυτούς τους τεράστιους ηθοποιούς και όταν ήρθε η στιγμή να παρουσιάσω το τραγούδι που προοριζόταν για τον Ορέστη Μακρή, έτρεμα. Με πλησίασε και μου είπε «άκουσε μικρέ, τώρα εσύ είσαι ο δάσκαλος κι εγώ ο μαθητής, άντε από δω». Εμαθα από αυτούς τους ανθρώπους να σέβομαι πάντα όλους τους συνεργάτες μου».

Πυθαγόρας: «Για μένα ο Πυθαγόρας ήταν ο μεγαλύτερος λαϊκός ποιητής. Δεν κάναμε σχεδόν καθόλου παρέα, παρόλο που έχουμε γράψει μαζί τις περισσότερες επιτυχίες. Δυστυχώς έφυγε νωρίς. Είχε ένα μοναδικό χάρισμα με τους στίχους του να ξεσηκώνει τον κόσμο. Ακόμα και συνθέσεις άλλων συναδέλφων, είχε πάντα επιτυχίες. Οπως το «Υπάρχω» του Στέλιου είναι ένας από τους μεγαλύτερους στίχους. Ελάχιστοι τον θυμούνται σήμερα. Θέλω πάντα να τον αναφέρω, όχι μόνο στα δικά μας τραγούδια, αλλά και για όλα όσα χάρισε στον κόσμο».

Σοφία Βέμπο: Συζητώντας για τα ιερά τέρατα του θεάτρου και του κινηματογράφου, ο μαέστρος μας ανέφερε ένα περιστατικό με τη Σοφία Βέμπο. «Δούλευα στην ταβέρνα του πατέρα μου. Είχε έρθει περιοδεία με το θίασό της για συναυλίες. Ενα βράδυ ήρθαν όλοι για φαγητό στην ταβέρνα και τρελάθηκα μόλις την είδα. Πήγα να τη γνωρίσω και την είπα ότι παίζω και βιολί και σαξόφωνο. Ενθουσιάστηκε με το μικρό θαυμαστή, μάλλον και με κάλεσε την παράσταση. Τραγούδησε την «Ταμπακιέρα», κρατώντας ένα άφιλτρο τσιγάρο και τελειώνοντας, μου το έδωσε, έχοντας ακόμα πάνω το κραγιόν της. Το φύλαξα. Είπα στον εαυτό μου ότι θέλω να συνεργαστώ με αυτή τη Θεά. Μετά από χρόνια, με φώναξε ο Τραϊφόρος, για να γράψω μουσική σε μια παράσταση με τη Βέμπο. Πήρα μαζί και το τσιγάρο. Πλησίασα και της είπα κ. Σοφία δεν με θυμάστε, αλλά αυτό είναι το τσιγάρο σας από τότε και της είπα το περιστατικό. Ξέσπασε σε κλάματα στον ώμο μου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη στιγμή. Από τότε με λάτρευε. Μεγάλη ψυχή και καρδιά και τέτοιοι άνθρωποι δεν ξαναβγαίνουν».

Τηλεόραση

Ο μαέστρος είναι από τους πρωτοπόρους στην ελληνική τηλεόραση στα μουσικά προγράμματα. «Η πρώτη μου τηλεοπτική απόπειρα λεγόταν “Αργά την Κυριακή”, όπου διασκευάζαμε γνωστά τραγούδια και πέρασαν πολλοί καλλιτέχνες και μας τίμησαν. Ακολούθησε το “Ο Γιώργος Κατσαρός παρουσιάζει” και μετά το “Να η ευκαιρία”, που κράτησε 10 χρόνια. Αν μου δινόταν η ευκαιρία ξανά για μια εκπομπή, δεν θα διάλεγα τα αφιερώματα. Είναι πολλοί που κάνουν και με ωραίο τρόπο, πολλές φορές. Θα ήθελα να κάνω κάτι που να δίνει το βήμα σε νέους μουσικούς να δείξουν το ταλέντο και τη δουλειά τους. Ταλέντα με την πραγματική έννοια και όχι λόγω τηλεθέασης. Πολλά ταλέντα πάνε χαμένα και είναι μια εποχή που δεν επιτρέπεται κάτι τέτοιο. Υπάρχει Κέντρο Κινηματογράφου και δεν υπάρχει Κέντρο Μουσικής».

Σαξόφωνο, είναι ίσως η πρώτη λέξη που έρχεται στο μυαλό όλων, όταν ακούμε το όνομα Γιώργος Κατσαρός. «Παίζω καθημερινά τουλάχιστον δύο ώρες, παρόλο που έχω μεγάλη αγάπη και στο βιολί, με το οποίο ξεκίνησα τη μουσική. Είναι σαν να πρέπει να πάρω ο φάρμακό μου. Το συντηρώ και μελετώ συνεχώς. Αγάπη μου είναι η διασκευή, χωρίς να χαλάω ποτέ τη μελωδία. Εχω 34 άλμπουμ με διασκευές, μόνο με σαξόφωνο και μόνο με διασκευές. Πολλοί ήταν αυτοί που δεν ήθελαν το σαξόφωνο κι αυτό το είδα και στις πρώτες δισκογραφικές απόπειρες, όπου λίγοι πίστευαν ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να έχει επιτυχία. Ακόμα και σε εταιρίες που συνεργαζόμουν σαν συνθέτης, κανείς δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να σταθεί αυτό δισκογραφικά. Γι’ αυτό και το πρώτο άλμπουμ δεν είχε νούμερο, γιατί δεν πιστεύαμε ότι θα είχε συνέχεια και ήταν απλά αφιερωμένος στη γυναίκα μου, στο γιο μου που ήταν μικρός τότε και στο φίλο μου το Νίκο, που στήριξε όλη την προσπάθεια. Κάθε χρόνο που ετοιμαζόμουν να βγάλω το δίσκο με το σαξόφωνο, με έπαιρνε ο Μάνος Χατζιδάκις και ρωτούσε τι δικό του θα έβαζα στο άλμπουμ. Μετά τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου, η επόμενη αγάπη μου είναι το σαξόφωνο. Δεν είναι η μουσική, είναι το σαξόφωνο, γιατί με αυτό κάνω μουσική. Θεωρώ επίσης μεγάλη τιμή που οι Αμερικανοί με έχουν συμπεριλάβει στους 10 καλύτερους στον κόσμο».

Σε εκείνο το σημείο μας άνοιξε την καρδιά του και για την αγαπημένη του Μιρέλλα, την «κυρά Γιώργαινα» του, τη γυναίκα της ζωής του. «Οταν έχασα τη Μιρέλλα και έμεινε για 10 μήνες σε ξενοδοχείο, το πρώτο που πήρα μαζί ήταν το σαξόφωνο. Ενα βράδυ με κάλεσε ο επί 40 χρόνια συνεργάτης μου Κώστας Νικολόπουλος και μου έβαλε να ακούσω το City of stars, από την ταινία La La Land. Μέχρι τις 6 το πρωί, έχοντας βάλει πανιά μέσα στο σαξόφωνο για να μην ενοχλώ τους ενοίκους, το διασκεύασα και το κυκλοφόρησα. Η ιστορία με το τραγούδι αυτό, είναι ότι το άκουσε μια Αμερικανίδα, η οποία ετοιμαζόταν να παντρευτεί με έναν Ελληνοαμερικάνο. Είχαν αποφασίσει να κάνουν το γάμο στην Υδρα και για δώρο γάμου του ζήτησε να είμαι εκεί και να παίξω το συγκεκριμένο τραγούδι. Κατάφερε και βρήκε ο γαμπρός, μου το ζήτησε, η ιδέα μου άρεσε και πήρα τους συνεργάτες μου και παίξαμε…».

Αθλητισμός

Ο μαέστρος δεν σταματά ποτέ να παρακολουθεί τον αγαπημένο του Παναθηναϊκό. «Εχω διατελέσει μέλος στον ερασιτέχνη και ήμουν και στην αποστολή στο Γουέμπλεϊ, όπου ο τότε αρχηγός της ήταν ο θείος του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα. Γενικά με τον αθλητισμό είχα πάντα την καλύτερη σχέση, κάτι που πέρασε και στο γιο μου τον Αντώνη και επαγγελματικά». Θα ήθελα απλά να αναφέρω, ότι πρόσεξα τα πρόγραμμα των τηλεοπτικών αθλητικών μεταδόσεων, πριν επικοινωνήσω πρώτη φορά με το μαέστρο και φυσικά η συνάντησή μας έγινε σε ώρα, όπου δεν υπήρχε κάποιος αγώνας.

Μουσικοί του Δρόμου

Ο μαέστρος έχει ασχοληθεί με τα κοινά του Δήμου Αθηναίων, από διάφορες θέσεις. Τον ρώτησα για τους μουσικούς του δρόμου, ένα φαινόμενο που το συναντάμε αρκετά συχνά και που πολλοί, δυστυχώς, είναι αυτοί που το κατακρίνουν και το κυνηγούν. «Σε όλο τον κόσμο, υπάρχουν χώροι όπου ο κάθε μουσικός μπορεί να εκφραστεί. Σε πλατείες, σε σταθμούς μετρό. Ακόμα και επαίτη να θεωρούν ένα μουσικό, όλοι έχουν δικαίωμα να φάνε και να ζήσουν. Είναι ντροπή να το λέει κάποιος αυτό. Αν βγω με το σαξόφωνο στο δρόμο, για να μαζέψω χρήματα για να ζήσω, παίζοντας ένα όργανο που το έχω σπουδάσει, έχοντας αφιερώσει χρόνια μελέτης, γιατί να κριθώ έτσι; Εχει τύχει να δω ακόμα και πρώην συναδέλφους από ορχήστρες και η μουσική είναι το μόνο επάγγελμα που ξέρουν να κάνουν».

Στο φετινό του μουσικό ταξίδι, ο μαέστρος θα έχει μαζί του ένα ακόμα κορυφαίο κεφάλαιο της Ελληνικής μουσικής, τον Μίμη Πλέσσα. «Τον Μίμη τον λατρεύω. Είναι σπουδαίος συνθέτης, σπουδαίος άνθρωπος και πάνω από όλα φίλος. Δεν σταματά πουθενά. Θα είμαστε στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, από τις 25 Νοεμβρίου μαζί με εξαίρετους ερμηνευτές και πρωταγωνίστρια την αγαπημένη μου Λένα Αλκαίου. Ενα πρόγραμμα με ποικιλία από πολλά είδη μουσικής και πολλές εκπλήξεις, ιδιαίτερα στο φινάλε. Εκτός από αυτό, θα κάνω μία συνεργασία σε ένα καινούργιο τραγούδι της Τερέζας και βέβαια οι συναυλίες δεν σταματούν ποτέ».

Το μόνο που θα μπορούσα να γράψω σαν επίλογο, είναι ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Λένα Αλκαίου και την Αθηνά Τσαμαδού για την μοναδική φιλοξενία στο «Ιχνος», στον Πειραιά, Κολοκοτρώνη 30. Τέλος, ένα τεράστιο ευχαριστώ στο μαέστρο, για την εμπειρία ζωής και την τεράστια τιμή που μας έκανε να ανοίξει την καρδιά του…