«Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς»


    Sportime Team



Μία πολυθρόνα στο σκηνικό, μόνο 3 αντικείμενα (μία εφημερίδα, ένα κερί κι ένας αναπτήρας), δύο ηθοποιοί, 19 ρόλοι…

Κάπως έτσι θα μπορούσα να περιγράψω με μια μόνο φράση τη συγκλονιστική παράσταση «Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς», που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία της Κωνσταντίνας Νικολαΐδη και με πρωταγωνιστές ή καλύτερα συμπαίκτες, το Γιώργο Γαλίτη και το Θανάση Κουρλαμπά, τους οποίους έγραψα καθαρά με αλφαβητική σειρά. Διότι στην παράσταση, οι δύο εξαιρετικοί ηθοποιοί γίνονται κυριολεκτικά ένα, παρασύροντας το κοινό σε ένα ταξίδι μεταξύ κωμωδίας και δράματος… και όχι μόνο…

Μου έκαναν τη χαρά και την τιμή, να με φιλοξενήσουν στο καμαρίνι τους, μετά την παράσταση και να λύσουν όλες τις απορίες που είχα. Η πρώτη ήταν για την πρώτη τους θεατρική συνεργασία, που είναι η συγκεκριμένη παράσταση και το πως έγινε όλη αυτή η μαγική σύμπραξη.

Ο Γιώργος ξεκίνησε λέγοντας πως «μας έφερε κοντά η Κωνσταντίνα Νικολαΐδη, καθώς δεν είχε τύχει μέχρι τώρα να γνωριστούμε. Η πρόταση ήταν άκρως γοητευτική, καθώς το έργο ανεβαίνει για πρώτη φορά στο θέατρο και βοήθησαν οι συνθήκες ώστε να βρεθούμε τελικά σε αυτή τη συνεργασία, όλοι μαζί».

Ο Θανάσης συνέχισε. «Είναι τέτοια η φύση του έργου, αλλά και η πάστα των συντελεστών, που από την πρώτη ανάγνωση, παρόλο που ήταν ένα άγνωστο κείμενο, δέσαμε όλοι μεταξύ μας. Πολλοί θεατές πιστεύουν πως, εκτός του ότι το έργο το δουλεύουμε και το παίζουμε χρόνια, με το Γιώργο έχουμε επίσης μια φιλία πολλών ετών, ενώ στην πραγματικότητα συστηθήκαμε τον Ιούνιο! Νιώθω πολύ τυχερός που αντάμωσα με το Γιώργο, γιατί πέρα από ένα καταπληκτικό παιδί, πάνω στη σκηνή νιώθω ευλογία να συνυπάρχω με ένα τέτοιο άνθρωπο».

Ο Γιώργος με το μοναδικό του χιούμορ, διέκοψε γελώντας, λέγοντας:  «Πως αυτά που λέει ο Θανάσης, να γράψεις ότι τα είπα πρώτος εγώ και μετά εκείνος συμφώνησε. Μιλώντας σοβαρά, σε αυτό που κάνουμε, πρέπει να νοιαζόμαστε όχι μόνο για την παράσταση, αλλά και για τον άνθρωπο με τον οποίο μοιραζόμαστε τη σκηνή. Ο επαγγελματίας πρέπει να έχει την άγια έννοια του όρου, να έχει μανία, αφοσίωση και αγάπη τρελή και πάνω από όλα να μην αγαπούν μόνο τον εαυτό τους, όπως συμβαίνει σε πολλούς… Μόνο έτσι, όπως συνέβη σήμερα για παράδειγμα, μπορείς να ακολουθήσεις τον συμπαίκτη σου σε κάτι που κάνει εκτός κειμένου, ή εκτός σκηνοθεσίας.

Ο συνάδελφος όχι απλά δε σε κρεμάει, αλλά κεντάει πάνω στην έμπνευση της στιγμής. Όταν νοιάζεσαι κι αγαπάς, το τρένο της παράστασης κάνει το πιο γλυκό ταξίδι για τους επιβάτες, που είναι οι καλεσμένοι θεατές μας, αλλά και για τους ηθοποιούς που είναι από μηχανοδηγοί, έως την τελευταία βίδα».

Η επόμενη απορία μου, που ίσως είναι απορία και όλων των θεατών, είναι ο χρόνος που χρειάζονται οι ηθοποιοί για να «επανέλθουν» μετά την παράσταση. Ο Θανάσης απάντησε λέγοντας πως:

«Είναι η πρώτη φορά στην καριέρα μου, που κατά τη διάρκεια της ετοιμασίας του έργου, τελειώνοντας την τελευταία φράση, καθόμασταν όλοι αμίλητοι για λίγα λεπτά. Είναι τόσο έντονες οι εναλλαγές και τα συναισθήματα, που ναι μεν πλέον πάλι χρειαζόμαστε το χρόνο μας, αλλά στις αρχές, ήταν όλα ιδιαίτερα…». Ο Γιώργος συνέχισε λέγοντας πως «η πρώτη αποφόρτιση είναι η υπόκλιση που κάνουμε. Νιώθουμε σαν δύο πιτσιρίκια που κάναμε όμορφα αυτό το παιχνίδι, όσο σκοτεινή κι αν είναι η υπόθεση και ερχόμαστε πάλι σαν φυσιολογικοί άνθρωποι, σιγά σιγά».

Πλησιάζοντας προς το τέλος της κουβέντας μας, ρώτησα το Γιώργο και το Θανάση για τα θεατρικά remake, που είναι της μόδας τελευταία, καθώς και για το τι είδους θεατές είναι οι ίδιοι, στην παράσταση ενός άλλου συναδέλφου.

Ο Γιώργος απάντησε πρώτος, λέγοντας πως «παρόλο που έχω παίξει τέτοιους ρόλους, βασισμένους στο παλιό ελληνικό σινεμά, προτιμώ τις αυθεντικές ταινίες. Δεν είναι μόνο σχολείο για ένα νέο ηθοποιό, αλλά για όλους, καθώς είναι το καλύτερο μάθημα της ελληνικής γλώσσας και παράδοσης. Σαν θεατής, δε μπορώ να είμαι αγνός, αλλά πάντα στηρίζω τους άλλους συναδέλφους, παρόλο που πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν είμαστε όλοι για όλους τους ρόλους».

Ο Θανάσης συμπλήρωσε, λέγοντας: «Η μαγεία του παλιού ελληνικού σινεμά είναι πως και με κλειστή την εικόνα, αφήνοντας μόνο τον ήχο, ζεις το έργο, σαν να συμμετέχεις κι εσύ σε αυτό. Σαν θεατής, είμαι ο κακός θεατής, καθώς πάντα μπαίνει ο επαγγελματισμός σε όσα παρακολουθώ. Πρέπει όμως να τονίσω πως, κανείς μας δεν ξέρει το σωστό δρόμο…όλοι ξέρουμε τον λάθος δρόμο. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει ο σωστός, ή ο λάθος Μάκβεθ…».

Αντί επιλόγου, θα ήθελα να προσθέσω το σχόλιό μου, σαν θεατής, χωρίς την παραμικρή γνώση ειδικού, ή κριτικού θεάτρου. Θα δανειστώ τη φράση του Γιώργου και του Θανάση, πως «Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς», είναι απλά «δύο δρώντα υποκείμενα, που μπορούν να σου περάσουν την ιστορία που έγραψε κάποιος, χωρίς κανένα βοήθημα». Είμαι σίγουρος πως στο μέλλον, καθώς για πρώτη φορά, όπως είπαμε, ανεβαίνει η παράσταση στην Ελλάδα.

Ο Γιώργος Γαλίτης και ο Θανάσης Κουρλαμπάς θα είναι ένα κλασικό και τολμώ να πω, αξεπέραστο δίδυμο συμπαικτών. Χρησιμοποιώ τη λέξη συμπαίκτες, καθώς στο «παιχνίδι» της παράστασης, παίζουν στα δύο άκρα των συναισθημάτων, βάζοντας το θεατή να «καθίσει» στην πολυθρόνα του σκηνικού για να γνωρίσει τον Ιβάν Ιλίτς, τους υπόλοιπους 18 χαρακτήρες, με έναν εκπληκτικό μονόλογο (και των δύο) στο απόλυτο σκοτάδι, για λίγα λεπτά και ίσως είναι από τις φορές, που πρέπει να υποκλιθεί και το κοινό στην απίστευτη αυτή ερμηνεία… Τους ευχαριστώ!



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.