Η Πέγκυ Ζήνα «άνοιξε» την καρδιά της και μίλησε για όλους και για όλα στον Σπύρο Οικόπουλο

Τριάντα χρόνια φιλίας… συνέντευξη νούμερο 30… Τυχαίο ή όχι, το να «ανακρίνω» ένα από τα πιο κοντινά πρόσωπα της ζωής μου, ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση. Με την Πέγκυ Ζήνα κάναμε μια βόλτα στο πάρκο κοντά στο σπίτι της και ανεβήκαμε για να κάνουμε αυτή την τελείως διαφορετική συζήτηση.

Συνέντευξη στον Σπύρο Οικόπουλο

Τόσο διαφορετική, που ο Γιώργος Λύρας μας άφησε πολύ διακριτικά μόνος, λέγοντας ότι πάει να κοιμηθεί, για να έχουμε την απαραίτητη ησυχία. Βάλαμε ένα ποτήρι κρασί, άνοιξα το μαγνητόφωνο και κάπως έτσι ξεκινήσαμε…

Κάθε πράγμα στη ζωή έχει ένα τίμημα και κυρίως η επιτυχία. Αυτή ήταν η πρώτη μου ερώτηση, σχετικά με το τίμημα που η ίδια έχει πληρώσει έως τώρα.

«Το δικό μου τίμημα είναι λιγότερες ώρες με τους φίλους μου. Είχα την τύχη ο άνθρωπος μου να είναι μέρος της δουλειάς μου κι έτσι αυτό το κομμάτι δεν το στερήθηκα. Στερήθηκα όμως τους φίλους μου, ανέμελες νεανικές στιγμές. Τότε που έπρεπε να χτίσω τα θεμέλια της καριέρας μου. Το δεύτερο τίμημα είναι ότι κέρδισα στη ζωή μου ανθρώπους, που τελικά δεν ήταν για να τους κερδίσω. Στην πορεία κατέληξα στους ανθρώπους που είχα κοντά μου πριν από την επιτυχία…».

Μια και περί επιτυχίας ο λόγος, ρώτησα την Πέγκυ ποια συμβουλή θα έδινε σε ένα νέο καλλιτέχνη, την οποία κανείς δεν της έδωσε και την ανακάλυψε στην πορεία.

«Ότι πράττουμε, πρέπει να το σκεφτόμαστε για αργότερα και όχι μόνο για εκείνη τη στιγμή. Η γρήγορη επιτυχία είναι σαν τον έρωτα, πάντα σε απογειώνει και πάντα είναι ενθουσιώδης, αλλά συνήθως σε προσγειώνει απότομα. Πρέπει το κάθε επαγγελματικό βήμα να το σκέφτονται για δέκα χρόνια μετά, από την επιλογή των τραγουδιών, των συνεργατών, της εμφάνισης… μόνο έτσι ίσως καταφέρει κάποιος να μείνει κλασικός».

Προχωρήσαμε στα Talent Shows, όπου έχει υπάρξει κριτής και οι ερωτήσεις μου ήταν αν θα το ξανάκανε και κυρίως, αν σε διαφορετικές συνθήκες, θα πήγαινε και η ίδια να διαγωνιστεί.

«Αν δεν πέσεις και χτυπήσεις, δεν θα μάθεις ότι δεν είναι και τόσο σημαντικό να πέφτεις και αυτό δεν πρέπει να σε σταματάει από τα όνειρά σου. Σαφώς και θα πήγαινα να διαγωνιστώ. Δεν το θεωρώ κάτι λιγότερο από τη Eurovision, όταν πήγα στα νιάτα μου στους προκριματικούς, ή ακόμα στις auditions που πήγα και σε κάποιες πέτυχα, ενώ σε άλλες απέτυχα στα πρώτα μου βήματα. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι μέσω τηλεόρασης και διαδικτύου σαφώς και σε βλέπει πολύς κόσμος την ώρα που διαγωνίζεσαι και η επιτυχία, όπως και η αποτυχία μεγεθύνονται περισσότερο από όσο στην πραγματικότητα. Ως κριτής δεν θα ξαναπήγαινα, γιατί δυστυχώς δεν μπορέσαμε να κρατήσουμε το λόγο μας σε αυτά που υποσχεθήκαμε στα παιδιά. Έχω πάντα ανοιχτή την πόρτα στο καμαρίνι μου, χωρίς κάμερες και εκεί θα απαντήσω ανοιχτά και απόλυτα ειλικρινά σε όποιον με χρειαστεί. Μπροστά στην κάμερα αναγκάζεσαι, όταν έχεις παιδεία, να τα πεις όλα πιο εκλεπτυσμένα, γιατί δεν μπορείς να μηδενίσεις έναν άνθρωπο που εκτίθεται δημόσια. Σε κάποιον που έχει το θείο χάρισμα της φωνής, ως συμβουλή θα έδινα να ακολουθήσει το όνειρό του, αλλά με δεδομένες τις συνθήκες της εποχής, μόνο ως χόμπι και όχι να περιμένει να ζήσει από αυτό. Έτσι δε θα αναγκαστεί να κάνει επιλογές που προδίδουν το όνειρό του. Δυστυχώς υπάρχει πληθώρα τραγουδιστών και η ματαίωση αγγίζει και νεότερους, αλλά και παλαιότερους τραγουδιστές. Το σίγουρο είναι ότι κανένας καλλιτέχνης δεν έχει πάει με κακή πρόθεση, ως κριτής, σε ένα Talent Show και τα νέα παιδιά αν το δουν καθαρά σαν μια εμπειρία, μόνο κερδισμένα θα βγουν».

Δεδομένων όλων των συνθηκών της Ελλάδας το 2018-2019, οικονομικά και καλλιτεχνικά, τι θα άλλαζε, αν μπορούσε στον τρόπο διασκέδασης; «Θα άλλαζα τη χωρητικότητα των μαγαζιών. Θα ήθελα μικρότερους χώρους, γιατί η ανάσα του καλλιτέχνη πρέπει να φτάνει σε όλους, ανεξάρτητα από το είδος μουσικής που υπηρετεί. Οι παλαιότερες εποχές με τα τεράστια μαγαζιά μου έδιναν σαφώς χαρά που μπορούσαμε να φιλοξενήσουμε πολύ κόσμο και για περισσότερες ημέρες την εβδομάδα, αλλά πλέον χρειάζονται χώροι όπου και ο άνθρωπος που θα κάθεται στο βάθος, να νιώθει όσα ακούει από τον τραγουδιστή. Αυτό που θα άλλαζα επίσης, είναι οι συνεργασίες μεταξύ συναδέλφων κατά συνθήκη. Δηλαδή αντί να έχουμε ένα όνομα, να έχουμε δύο ή τρία, για περισσότερο κόσμο. Συνεργασίες  πρέπει να γίνονται μόνο όταν έχουν να μοιραστούν κάτι πραγματικά οι καλλιτέχνες και κυρίως όταν μεταξύ τους υπάρχει απόλυτος σεβασμός και αγάπη, σε προσωπικό επίπεδο».

Συναυλίες, studio, μουσικές σκηνές… που νιώθει πιο άνετα η Πέγκυ; «Οπουδήποτε έχω άμεση επαφή με τον κόσμο, είτε σε συναυλία σε ένα γήπεδο, είτε σε μεγάλο χώρο, είτε σε μια μικρή μουσική σκηνή, αρκεί να αισθάνομαι τους ανθρώπους. Η πιο άβολη στιγμή για μένα είναι όταν γράφω στο studio, παρόλο που λατρεύω και τον επί 20 χρόνια ηχολήπτη μου Τάκη Αργυρίου, αλλά και τον παραγωγό μου Ηλία Μπενέτο. Πάντα αργώ να γράψω, προσπαθώντας να μπω στην κατάλληλη ψυχολογία και πολλές φορές, παρόλο που είμαστε μόνοι, ντρέπομαι».

Περί άνεσης και ψυχολογίας  ο λόγος και η επόμενη ερώτηση είχε να κάνει με το πως πηγαίνει να παρακολουθήσει έναν άλλο συνάδελφο… ως απλός θεατής, ή με τη μουσική και καλλιτεχνική, καλώς εννοούμενη διαστροφή. Ξεκίνησε να απαντά γελώντας.

«Αυτή την ερώτηση δεν μου την έχεις κάνει ποτέ ούτε σε προσωπικό επίπεδο, παρόλο που μαζί έχουμε πάει πολλές φορές να δούμε άλλους συναδέλφους. Στα πρώτα μου χρόνια, πήγαινα από επαγγελματική διαστροφή, με σκοπό να μάθω τι κάνει και πως το κάνει ο κάθε καλλιτέχνης. Πάντα πήγαινα σε ανθρώπους που θαυμάζω. Τα τελευταία 15 χρόνια έχω την τύχη να καταφέρνω να απομονώνω τον καλλιτέχνη και να πηγαίνω μόνο σαν απλός θεατής, για να διασκεδάσω και πολλές φορές για να κάνω την ψυχοθεραπεία μου. Όπως για παράδειγμα, όταν πηγαίνω στην Τάνια (Τσανακλίδου), ζω στιγμές απολογισμού και ψυχοθεραπείας, μπαίνω στην παράσταση και εισπράττω αυτό που αισθάνεται και θέλει να μοιραστεί μαζί μας εκείνη τη στιγμή, όπως συνέβη και με την παράσταση της Χαρούλας Αλεξίου. Επίσης με την Άννα Βίσση διασκέδασα πραγματικά και με μεγάλη συγκίνηση, γιατί άκουσα όλα τα τραγούδια της εφηβείας μας».

Μιλώντας για συνεργασίες, καθώς έχει δουλέψει με τα μεγαλύτερα ονόματα, ρώτησα τα κριτήρια της πλέον, για όποια πιθανή καλλιτεχνική σύμπραξη.

«Με χαρά θα συνεργαζόμουν με όποιο καλλιτέχνη θαυμάζω, με την προϋπόθεση να ήθελα να μοιραστεί μαζί  μου όσα θέλει να ταξιδέψει τη δεδομένη στιγμή, μουσικά. Δεν είχα και δε θα βάλω ποτέ στη ζωή μου ταμπέλες, σε οτιδήποτε κι αν είναι αυτό, είτε κάτι προσωπικό, είτε επαγγελματικό. Είναι κάτι που σαν αρχή είχα πάντα, αλλά το απόλυτο άλλοθι σε αυτό μου το έδωσε ο Δημήτρης Μητροπάνος. Όλα έχουν σαν γνώμονα το σεβασμό και κυρίως την αγάπη και όχι τις ετικέτες κι έχω πάντα ανοιχτά τα μάτια και τα αυτιά μου σε οτιδήποτε όμορφο καλλιτεχνικά».

Επαγγελματικό της όνειρο, άραγε;

«Να μην χρειαστεί να κάνω εκπτώσεις στη δουλειά μου, να συνεργάζομαι με όμορφους ανθρώπους και να υπάρχει πάντα ένας άνθρωπος που να μπορεί να στεγάζει αυτά που θέλουμε να μοιραστούμε με τον κόσμο. Αν υπάρχει με αυτό τον άνθρωπο διαφορετική αισθητική, αντίληψη και κυρίως πρόθεση, ως προς τον κόσμο, είναι κάτι που από όνειρο καταλήγει σε εφιάλτη. Αυτό το όνειρο ζω τώρα στη Θεσσαλονίκη, στο Barbarella Live, όπου γίνομαι ένα με τον κόσμο και νιώθω και φέρομαι ακριβώς σαν να βρίσκομαι στο σπίτι μου. Πρέπει να μιλάμε την ίδια γλώσσα με όλους τους συνεργάτες και παρόλο που έχω ζήσει δύσκολες περιόδους, δεν θα ήθελα ποτέ να αναλάβω επιχειρηματικό ρόλο… είμαι από την «άλλη πλευρά» και θα παραμείνω».

 

Η Πέγκυ είναι άνθρωπος που ρισκάρει και πειραματίζεται καλλιτεχνικά, ειδικά μετά τη συνεργασία της με το Δημήτρη Μητροπάνο.

«Οι συναυλίες με το μεγάλο Κώστα Χατζή, με τον αγαπημένο μου Γιάννη Σπανό, με την ορχήστρα Μίκης Θεοδωράκης και με τον ίδιο παρόντα, τα αφιερώματα στον Αντώνη Καλογιάννη, τη Τζένη Βάνου, το Μιχάλη Σουγιούλ, τη Βίκυ Μοσχολιού, η υπέροχη βραδιά στο «Ίχνος» της φίλης μου Λένας Αλκαίου και της Αθηνάς Τσαμαδού με ένα πιάνο κι ένα βιολί, έως την πρόσφατη παράσταση «Γιατί το τραγούδι» του Μιχάλη Μόσχου στο Παλλάς με δώδεκα αληθινές ιστορίες τραγουδιών, δεν αποτελούν πειραματισμούς για μένα, αλλά προκλήσεις που γεμίζουν την ψυχή μου. Το ξεκίνημά μου ήταν στο θέατρο. Αυτή την εμπειρία θα ήθελα να την ξαναζήσω σαν ερμηνεύτρια, σε μία παράσταση, το να χρειαστεί δηλαδή να μπω σε τελείως διαφορετική προετοιμασία, ψυχολογικά».

Θα τολμούσε άραγε να το ξανακάνει;. «Θα το τολμούσα είτε σε κάτι αφιερωματικό, είτε και σε ένα νέο κείμενο ή project. Θα το τολμούσα μόνο αν γινόταν με πολλή αγάπη και θα θυσίαζα και μία και δύο σεζόν για κάτι τέτοιο. Σε οτιδήποτε αρνητικό, αυτομάτως θα σταματούσε κάθε τέτοια συζήτηση, όπως και συνέβη με το concept της βιογραφίας μιας αγαπημένης μου τραγουδίστριας.

Αν δεν ήταν ο Βαγγέλης Σειληνός και ο μαέστρος Γιώργος Θεοδοσιάδης, που με παρότρυναν να ασχοληθώ με το τραγούδι, ίσως να είχα μείνει στο θέατρο. Δεν θα ξεχάσω την εμπειρία στο ΄΄Παλλάς΄΄, όπου τραγούδησα τον ΄΄Αύγουστο΄΄ του Νίκου Παπάζογλου και όλη η ατμόσφαιρα, η απόλυτη σιωπή, η ορχήστρα, με έκαναν να το ερμηνεύσω τελείως διαφορετικά, παρόλο που είναι σχεδόν πάντα στο πρόγραμμά μου. Μπήκα στη δική του ψυχολογία όταν το έγραφε…»

Καλλιτέχνες και πολιτική…ιδιαίτερο κεφάλαιο, όχι μόνο για όσους τοποθετούνται πολιτικά, αλλά και για όσους αποφασίσουν να ασχοληθούν ενεργά με τα κοινά. Ζήτησα από την Πέγκυ ένα σχόλιο και τη ρώτησα αν η ίδια θα έμπαινε στο χώρο της πολιτικής.

«Πολλοί συνάδελφοι θυσιάζουν την αγάπη κάποιων ανθρώπων , όταν αποφασίζουν να μιλήσουν για τις θέσεις του. Θεωρώ ρατσιστικό να αφορίζεις κάποιον, λόγω πεποιθήσεων. Πιστεύω ότι για να κάνουν κάτι τέτοιο, γίνεται με απόλυτη διαφάνεια και ειλικρίνεια.

Για όσους ασχολούνται με την πολιτική, θέλω να πιστεύω ότι το κάνουν ρομαντικά. Άλλωστε δεν έχουν ανάγκη τη δημοσιότητα, καθώς μόνο οι παρατάξεις που τους προσεγγίζουν βγαίνουν κερδισμένες, ενώ οι ίδιοι συνήθως βγαίνουν από την ιστορία αυτή με αρκετές απώλειες.

Σχετικά με τους καλλιτέχνες που αναλαμβάνουν κάποιες θέσεις είτε πολιτικά, είτε διοικητικά, νομίζω ότι  μοιραία χάνουν κάποιο κομμάτι της τέχνης, μέσα τους και γι’ αυτό το λόγο δε θα έμπαινα ποτέ σε αυτό το χώρο. Η τέχνη είναι πάνω από την πολιτική και τη θέση μας πρέπει να την εκφράζουμε μόνο τη στιγμή που βρισκόμαστε μπροστά στην κάλπη, μόνοι μας!».

Φέραμε τη συζήτηση σχετικά με τη δημοσιότητα, τους μύθους και την απομυθοποίηση.

«Έχει τύχει να απομυθοποιήσω πολλούς ανθρώπους, που εκτιμούσα σαν καλλιτέχνες.  Απογοητεύομαι όταν άνθρωποι που θεωρούσα υψηλού επιπέδου και η ζωή τους τα έχει χαρίσει όλα φορούν παρωπίδες. Έχει τύχει όμως, ο μύθος να γίνει ακόμα μεγαλύτερος, όταν αποκαλύπτεται το μεγαλείο της ψυχής, ξεκινώντας από το βουνό, Δημήτρη Μητροπάνο. Μιλώντας για δημοσιότητα και με τα social media να είναι το φαινόμενο της εποχής, μερικές φορές απογοητεύομαι με καλλιτέχνες που ΄΄πουλάνε΄΄ εμπορικά και διαφημιστικά τον εαυτό τους μαζί με διάφορα προϊόντα και την προσωπική τους ζωή. Σε όλα πρέπει να υπάρχει ένα μέτρο».

Πηγαίνοντας την κουβέντα μας στην Ηλέκτρα, την κόρη της, ρώτησα για το πως αντιλαμβάνεται το ότι η μαμά της είναι δημόσιο πρόσωπο.

«Ξέρει ότι αυτή είναι η δουλειά της μαμάς και η μόνη διαφορά με τους άλλους γονείς είναι οι ώρες εργασίας. Της απομυθοποιώ καθημερινά τη δημοσιότητα. Της εξηγώ ότι το πιο εύκολο πράγμα σήμερα, μέσω των social media που λέγαμε, είναι να γίνει κάποιος γνωστός, με καλό και με άσχημο τρόπο, ανάλογα με τις επιλογές του, πάντα. Η ουσία δεν είναι να γίνεις γνωστός, αλλά για ποιο λόγο και κυρίως αν οι δικοί σου άνθρωποι θα είναι περήφανοι για σένα». Δεν άντεξα να μη ρωτήσω κάτι από το μέλλον…τι είδους πεθερά θα γίνει! «Για τη ζωή του παιδιού σου δεν μπορείς να ευχηθείς κάτι, παρά μόνο να ζήσει τη δική του ζωή. Δεν θα είμαι θανάσιμη πεθερά, καμία από τις επτά και θα είμαι πάντα δίπλα στο ζευγάρι. Σε πιθανή άσχημη κατάληξη, γιατί όλα είναι μέσα στη ζωή, θα εύχομαι να γίνουν όλα με τη μικρότερη δυνατή ένταση. Θα είμαι η πιο καλή πεθερά σε αυτόν που θα αγαπήσει το παιδί μου!».

Φτάνοντας στο τέλος της κουβέντας μας, τη ρώτησα το κλασικό «ποιο τραγούδι θα ήθελες να πεις σε πρώτη εκτέλεση» και αμέσως απάντησε. «Το «αυτή η νύχτα μένει» που το πρωτοδοκίμασα στο σπίτι του Σταμάτη Κραουνάκη. Μαγικό τραγούδι, τόσο απλά». Η τελευταία μου ερώτηση ήταν ποια ερώτηση δεν της έχουν κάνει ποτέ σε συνέντευξη και πάντα θα ήθελε να την ακούσει. Η απάντηση της Πέγκυς, αντί επιλόγου… «Μου την έκανες εσύ και είναι η πιο απλή… έχεις όρεξη, κέφι και διάθεση να κάνουμε μια συνέντευξη; Και σου απάντησα την ώρα και τη στιγμή που θα είχα. Ήσουν ο πρώτος!».

Εμπειρία ζωής, η κουβέντα με έναν από τους πιο κοντινούς ανθρώπους της ζωής μου, που ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα ζούσαμε κάτι τέτοιο μαζί, μετά από 30 χρόνια και άπειρες στιγμές χαράς, λύπης και όλων όσων έχουμε ζήσει παρέα… Πέγκυ μου, σε ευχαριστώ!