×

Στίβος ΝΕΟ

Sportime BET

Media

ΠαραFootball

Editorial

Στοίχημα

Βαθμολογίες

Θοδωρής Αντωνιάδης… του Κωνσταντίνου και της Δόμινας


    Συνέντευξη στον Σπύρο Οικόπουλο

Θοδωρής Αντωνιάδης… του Κωνσταντίνου και της Δόμινας


…Κι ένας άνθρωπος με τον οποίο θα ήθελα να είμαι φίλος, θα συμπληρώσω στον τίτλο που έβαλε στην κουβέντα μας ο Θοδωρής Αντωνιάδης, που μας έκανε τη χαρά και την τιμή να μας αφιερώσει λίγο από τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο του.

Γνωριστήκαμε πολύ πρόσφατα, στην παράσταση «Χορεύοντας στο Σκοτάδι», στο σκηνικό της οποίας, στο Vault Theatre Plus ξαναβρεθήκαμε και μοιράστηκε μαζί μας ένα μεγάλο κομμάτι από τα σχεδόν 20 χρόνια της μέχρι τώρα πορείας του.

Κι αν τα 20 χρόνια φαίνονται υπερβολικά, είναι πέρα για πέρα αληθινά, όπως και όλα τα μαγικά πράγματα που του έχουν συμβεί έως τώρα. Ξεκινώντας από την αρχή, ο Θοδωρής, αρχικά είχε επιλέξει το Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας σαν είδος σπουδών, αν και το γνωστό «μικρόβιο» υπήρχε μέσα του για χρόνια. «Πριν σου πω για το πως έφτασαν τα πράγματα εδώ, θέλω να αποκαλύψω πως μικρός ήθελα, μεταξύ άλλων, να γίνω εντομολόγος», είπε γελώντας και συνέχισε… «Η απόφαση να γίνω ηθοποιός ήταν συνειδητή από τα 14 μου, περίπου. Στο Νέο Βουτζά, όπου μεγάλωσα, είχαμε την τύχη να μένει εκεί η σπουδαία Νανά Νικολάου και κάθε καλοκαίρι, μας μάζευε, όλα εμάς τα πιτσιρίκια, σε ένα σύλλογο που είχαμε και ανέβαζε παραστάσεις, με εξαιρετικό ρεπερτόριο. Την εποχή των Πανελληνίων Εξετάσεων, έτυχε στο μάθημα της έκθεσης, χωρίς κανένα φροντιστήριο, να πάρω βαθμό 19,2. Μου είπαν να κρατήσω το μάθημα για την επόμενη χρονιά, αλλά αποφάσισα να πάω σε μια σχολή δημοσιογραφίας. Παίρνοντας το πτυχίο μου, ανακοίνωσα στους γονείς μου την απόφασή μου να γίνω ηθοποιός και εκείνοι αμέσως με στήριξαν. Το όνειρό μου ήταν το Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν, στο οποίο και έδωσα εξετάσεις, με τεράστιο άγχος, τόσο μεγάλο, που δεν είχα τηλεφωνήσει καν για να μάθω τα αποτελέσματα και τελικά με ειδοποίησαν από τη γραμματεία. Ισως από τα καλύτερα πράγματα που έχουν συμβεί στη ζωή μου, καθώς πρόλαβα για δασκάλους τον Κουγιουμτζή και το Λαζάνη, τους μαθητές του Κουν και κολώνες του Θεάτρου Τέχνης και καθηγητές το Θόδωρο Γράμψα, την Εύα Κοταμανίδου, την Πέπη Οικονομοπούλου και το Δημήτρη Οικονόμου. Ειδικά ο Μίμης Κουγουμτζής, που από το δεύτερο έτος σπουδών μου, με επέλεξε να παίξω στην Επίδαυρο».

Γυρνώντας λίγο την κουβέντα μας στη δημοσιογραφία, ρώτησα το Θοδωρή, αν παρέμενε στο επάγγελμα, από ποιον θα ήθελε να έχει πάρει συνέντευξη και σε ποια ερώτηση ο ίδιος δεν θα απαντούσε ποτέ. «Θα αδικήσω πολλούς! Είναι πολλές οι προσωπικότητες που θαυμάζω και αγαπώ ακόμα κι αν έχουν φύγει από τη ζωή. Λαμπέτη και Χορν, Μάνος Χατζιδάκις, Μίκης Θεοδωράκης Μέριλ Στριπ… Σχετικά με το που δεν θα απαντούσα, αλλά και γενικά με τον τομέα συνέντευξη, σημασία για μένα δεν έχει το τι ρωτά κάποιος, αλλά πως το ρωτά. Η ευγένεια και η δικαιοσύνη παίζουν το μεγαλύτερο ρόλο στη ζωή μου και αν νιώσω ότι κάτι με φέρνει επί τούτου σε δύσκολη θέση, όχι απλά δεν θα απαντήσω, αλλά θα το επισημάνω κιόλας. Η αγένεια είναι για μένα το κόκκινο πανί. Πάντως, στις συνεντεύξεις, θέλω το απρόσμενο, να με αιφνιδιάζει ευχάριστα ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί μου. Πολλές φορές, οι εύστοχες και ίσως απρόβλεπτες ερωτήσεις, μας συστήνουν στον ίδιο μας τον εαυτό».

Με πολλές θεατρικές παραστάσεις στο ενεργητικό του, πετυχημένη θητεία στην τηλεόραση (Δέκατη Εντολή-Γενιά των 592 ευρώ-Ενα μήλο την ημέρα-Ιστορίες του Αστυνόμου Μπέκα), η ταινία «Ουζερί Τσιτσάνης» του Μανούσου Μανουσάκη και βέβαια η συνεργασία με το Γιάννη Λαπατά, τον Πάνο Κοκκινόπουλο και το Μανούσο Μανουσάκη, είχα την απορία για το ποια είναι η μεγάλη του αγάπη… Θέατρο, κινηματογράφος, ή τηλεόραση. «Είναι τρεις διαφορετικές αγάπες, όπως αλλιώς αγαπάω τη μητέρα μου, αλλιώς την αδελφή μου και αλλιώς τους φίλους μου. Ολα είναι εξίσου δυνατά συναισθήματα. Τα αγαπώ το ίδιο, αρκεί να γίνονται σωστά, όπως κι αν εννοεί ο καθένας το σωστό. Το θέατρο, όμως, είναι αυτό που με οδήγησε στο να γίνω ηθοποιός. Αλλά και η τηλεόραση, όπου είχα την τύχη να συνεργαστώ με εξαιρετικούς σκηνοθέτες, συναδέλφους, αλλά και τεχνικούς. Θα αναφερθώ ξεχωριστά στον Πάνο Κοκκινόπουλο, που με σύστησε στο τηλεοπτικό κοινό και γνώρισα όλους αυτούς τους απίστευτους ανθρώπους, που με τους περισσότερους έχω χτίσει σχέση ζωής, όπως η Ηρώ Μουκίου.

Πάντως, το θέατρο είναι αυτό που με οδήγησε στην τηλεόραση και όχι το αντίθετο, όπως συμβαίνει συνήθως. Σε όλα αυτά, όπως η γνωριμία με τον Κοκκινόπουλο, από πίσω βρίσκεται ο Γιάννης Λαπατάς, τον οποίο συναντώ ανά τακτά διαστήματα στη ζωή μου, με μοναδικά αποτελέσματα, ανθρώπινα, αλλά και καλλιτεχνικά. Πρώτη μας επαφή, στο τελείωμα της σχολής… Στη μουσική παράσταση «Οπως στον Πινόκιο» της Κάκιας Ιγερινού, όπου όχι μόνο μου εμπιστεύτηκε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά είχα την τύχη και την ευλογία, να γνωρίσω και να συνεργαστώ με τον άνθρωπος που έγραψε τη μουσική της, το μεγάλο Μίκη Θεοδωράκη… και βέβαια τη λαϊκή ορχήστρα του. Αναρωτιόμουν τότε, μετά από ένα τέτοιο ξεκίνημα, με ένα τέτοιο σκηνοθέτη και όσα μου προσέφερε, τι θα είχα στη συνέχεια της πορείας μου; Μιλώντας για προσφορά, δε μιλώ μόνο για την καλλιτεχνική ευκαιρία, αλλά κυρίως για την ευγένεια και για το ελεύθερο πεδίο να ανοίξω το είναι μου». Μετά από τα 20 σχεδόν χρόνια πορείας, ποια είναι άραγε τα όνειρά του; «Εμπνευσμένες συναντήσεις! Το λέω συχνά, αλλά είναι η αλήθεια. Συναντήσεις πρώτα από όλα με τους ανθρώπους που συνεργάζομαι και μετά με το κείμενο και τις ιδέες. Ο παράγοντας άνθρωπος είναι το πιο σημαντικό για μένα. Οι εμπνευσμένες συναντήσεις, όπως αποκαλώ τα όνειρά μου, περικλείουν ευγένεια, δημιουργία, καλοσύνη και χαρά. Ολα τα συναισθήματα ίσως εκδηλωθούν, εκνευρισμός, ή μια κακή διάθεση, αλλά το τι βγαίνει από την ψυχή του καθενός είναι το βασικότερο όλων και είναι και το κριτήριό μου στο να δεχτώ, ή να αρνηθώ μία συνεργασία. Ζω αποκλειστικά από τη δουλειά αυτή, αλλά θέλω να συνεργάζομαι με «υγιείς» ανθρώπους, σε επίπεδο συμπεριφοράς, παρόλο που όλοι μας έχουμε τα «σκοτεινά» μας δωμάτια, στη ζωή μας. Επιλέγω πρώτα ψυχικά, μετά καλλιτεχνικά και στο τέλος οικονομικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σνομπάρω καθόλου αυτό το κομμάτι της δουλειάς Και στο ναι και στο όχι, με οδηγεί το ένστικτό μου…».

Ο Θοδωρής δεν έχει απωθημένο για κάποιο συγκεκριμένο ρόλο. «Δεν είχα ποτέ στόχο ένα ρόλο. Ημουν τυχερός να παίξω βασικούς ρόλους και ρεπερτόριο όλων των ειδών, αρχαία τραγωδία, κωμωδία, νεοελληνικό έργο, κλασικό, με μεγάλους σκηνοθέτες (χαρακτηριστικά αναφέρω ανθρώπους που έχουν φύγει από τη ζωή, Διαγόρας Χρονόπουλος, Γιώργος Μιχαηλίδης, Εύης Γαβριηλίδης) και εξαιρετικούς συμπρωταγωνιστές, σε σπουδαία θέατρα, όπως το Θέατρο Τέχνης, το Ανοιχτό Θέατρο του Γιώργου Μιχαηλίδη και το Ελεύθερο Θέατρο. Επίσης, οι ρόλοι είναι για να τους παίζουν οι ηθοποιοί, να βάζει ο καθένας την προσωπικότητά του. Αυτό τ λέω, γιατί πολλοί θεωρούν κάποιους ρόλους τους απαγορευμένους ή στοιχειωμένους. Αναπόφευκτη είναι ίσως η σύγκριση με κάποιον που έχει ταυτιστεί με ένα συγκεκριμένο ρόλο, αλλά με το σκεπτικό αυτό, κανείς δε θα δοκίμαζε να ξαναπαίξει κάποια από τις ελάχιστα σωζόμενες τραγωδίες, για παράδειγμα», είπε χαμογελώντας και συνέχισε. «Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι οι περισσότερες ταινίες του κλασικού ελληνικού σινεμά είχαν ξεκινήσει σαν θεατρικά έργα, πριν μεταφερθούν στη μεγάλη οθόνη. Γι’  αυτό δε θα έπρεπε να κρίνουμε άνευ όρων ούτε τις προσπάθειες που γίνονται τα τελευταία χρόνια, αλλά ούτε και τις μεταφορές βιβλίων στο θέατρο, ή στον κινηματογράφο. Ολα λειτουργούν σύμφωνα με την έμπνευση και την οπτική των δημιουργών. Ο ηθοποιός πρέπει να αναμετριέται μόνο με το ρόλο… κι όχι με τον ηθοποιό που τον πρωτόπαιξε…».

Κεφάλαιο τραγούδι… ένα μεγάλο κεφάλαιο στην προσωπική και καλλιτεχνική ζωή του Θοδωρή. «Πρώτα από όλα θέλω να πω ότι σέβομαι τις ειδικότητες, εννοώ τις τεράστιες φωνές που έχουν χαρίσει μοναδικές ερμηνείες, όπως η Μοσχολιού, η Μαρινέλλα, ο Διονυσίου, η Βιτάλη, η Αλεξίου, η Γαλάνη, η Πρωτοψάλτη και η λίστα με τους αγαπημένους δεν τελειώνει», είπε γελώντας και συνέχισε. «Ισως ο κόσμος συγκινείται από έναν ηθοποιό που τραγουδά, όταν προσθέτει και το υποκριτικό ταλέντο στην ερμηνεία, αλλά σέβομαι απόλυτα τον «όρο» τραγουδιστής. Στη ζωή μου είχα την τύχη να συνεργαστώ, με χρονική σειρά μιλώντας με το Μίκη Θεοδωράκη… τον απόλυτο συνδυασμό μεγαλείου και απλότητας. Η εμπιστοσύνη που έδειξε στο πρόσωπό μου, στην εμπειρία στο Ηρώδειο, είναι κάτι που δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια… νιώθω ότι ψηλώνω, ότι ανοίγω σαν άνθρωπος… Το επόμενο τεράστιο κεφάλαιο, ήταν ο Μάνος Ελευθερίου, με τον οποίο είχα την ευλογία να συνδιαλλαγώ, ας μου επιτραπεί η έκφραση και σε φιλικό επίπεδο. Ηταν το έργο «Οι Τρεις Εποχές», του Γιώργου Κυριάκου, που πήρε τρεις στιχουργούς, το Νίκο Μωραΐτη, τη Λίνα Δημοπούλου και το Μάνο Ελευθερίου και τρεις ηθοποιούς, τη Νένα Μεντή, τη Μαρίνα Καλογήρου κι εμένα. Οταν έφτασε η στιγμή, να μπω στο στούντιο να γράψω, έμαθα ότι θα είναι παρών και ο Μάνος Ελευθερίου. Ημουν σίγουρος ότι δεν θα κατάφερνα να ξεπεράσω το άγχος, το φόβο και την ευθύνη, καθώς εγώ θα ερμήνευα τα τρία ανέκδοτα τραγούδια του… αλλά κυριολεκτικά σε πέντε λεπτά, όλα αυτά έγιναν έμπνευση. Αυτός ο άνθρωπος μπήκε στην καρδιά μου, στη ζωή μου, είναι μια γεμάτη ζωντανή ιστορία κι ένα μάθημα ζωής για μένα…ένα κειμήλιο στο πέτο μου. Και από το Μίκη και από το Μάνο, έχω νιώσει γενναιοδωρία που δεν είχα φανταστεί ποτέ στη ζωή μου».

Η συζήτηση έφτασε στον Γιάννη Λαπατά. «Δεν είναι απλά μια φιλία ζωής, δεν είναι μόνο ο σκηνοθέτης της πρώτης μου δουλειάς… είναι ο άνθρωπος που με σύστησε στον εαυτό μου σε πολλά πράγματα. Με δίδαξε την ανθρωπιά σε αυτή τη δουλειά. Με εμπιστεύτηκε καλλιτεχνικά, τηλεοπτικά και θεατρικά και πλέον φτάνει η στιγμή του κινηματογράφου… «Η δεξιά τσέπη του ράσου», βασισμένη στο ομότιτλη νουβέλα του Γιάννη Μακριδάκη, ένα βιβλίο που λατρεύει ο Γιάννης Λαπατάς και ήθελε να το κάνει ταινία, με προετοιμασία δέκα χρόνων. Παρά τη φιλία μας, πέρασα από δοκιμαστικό, ως είθισται γιατί υπάρχουν πολλές απαιτήσεις για το συγκεκριμένο ρόλο, καθώς είναι ένα προσωποκεντρικό έργο, με πρωταγωνιστές τον άνθρωπο μοναχό… κι ένα σκυλάκι. Πέτυχε το δοκιμαστικό και αρχίσαμε τα γυρίσματα, με μια υγιέστατη εταιρία παραγωγής, την ARTemis Productions, την οποία ευχαριστώ ιδιαιτέρως για την αγάπη, τη στήριξη και την εμπιστοσύνη, με την αρωγή φυσικά της ΕΡΤ ΑΕ και του ΕΚΚ, καθώς και με ένα μοναδικό επιτελείο συντελεστών, τεχνικών και ηθοποιών. Για να περιγράψω αυτή τη μοναδική εμπειρία, μία φράση χρησιμοποιώ: «Μια τύχη έχω στα χέρια μου… Μίαν ευχή». Την ταινία αυτή την τοποθετώ στο peak της μέχρι τώρα πορείας μου, χωρίς να θέλω να υποβιβάσω φυσικά καμία από τις υπόλοιπες δουλειές μου, που έχω αγαπήσει και θέλω δημόσια να ευχαριστήσω τον Γιάννη Λαπατά για αυτό…».

«Χορεύοντας στο σκοτάδι»… ο θεατρικός χειμώνας του Θοδωρή. «Χρόνια παρακολουθώ την προσπάθεια του Δημήτρη Καρατζιά και του Μάνου Αντωνιάδη. Οι δουλειές τους βασίζονται πρώτα από όλα στην ειλικρίνεια και στις ευγενείς προθέσεις. Κοιτούν την ουσία των πραγμάτων. Φέτος ήρθε η στιγμή και συνεργαστήκαμε. Αυτό που κρατώ, πέρα από την επιτυχία της παράστασης, είναι ο μοναδικός παλμός που υπάρχει εδώ. Το Vault είναι ένα ζωντανό κύτταρο και το βασικότερο, οι ηθοποιοί είμαστε πολύ δεμένοι μεταξύ μας, κάτι δύσκολο, όταν μιλάμε για εννέα διαφορετικούς ανθρώπους, άρα και χαρακτήρες. Ετυχε και πέτυχε! Είμαστε όλοι μας μια γροθιά. Και φυσικά θέλω να ευχαριστήσω τον Δ. Καρατζιά, τον Μ. Αντωνιάδη και όλα τα παιδιά για την εμπειρία αυτή».

Ο Θοδωρής βρίσκεται πολύ κοντά στο σημείο να δοκιμάσει να καθίσει στην καρέκλα του σκηνοθέτη. «Κάθε έργο έχει τις δυσκολίες του, αλλά αν στη ζυγαριά μου επαρκούν η γνώση και η εμπειρία μου, θα το τολμούσα, αλλά όχι τυχοδιωκτικά. Δύσκολα θα σκηνοθετούσα τον εαυτό μου και θα ήμουν ανοιχτός σε κάθε επιλογή ηθοποιού. Υπάρχει ένα moto που λέει ότι ο ηθοποιός πρέπει να περάσει από τρεις θέσεις, ηθοποιού, σκηνοθέτη και παραγωγού. Στην τρίτη θέση θα βρισκόμουν μόνο αν είχα γερό στομάχι», είπε γελώντας και όταν τον ρώτησα, αν θα έμπαινε στη διαδικασία της συγγραφής, η απάντησή του ήταν λακωνική, με μεγάλη δόση χιούμορ και αποστομωτική… «γράφουν άλλοι καλύτερα».

Φτάνοντας προς το τέλος της κουβέντας μας, ρώτησα το Θοδωρή, ποιος είναι ο Θοδωρής. «Ξέρω κι εγώ…; Με θεωρώ μοναχικό άνθρωπο, αλλά με ανθρώπους δίπλα μου, που είναι ο βράχος μου και θα τους αναφέρω. Η μητέρα μου και η αδελφή μου, τις οποίες λατρεύω, είναι η ασφάλειά μου. Οι στενοί μου φίλοι είναι η σεναριογράφος Κατερίνα Γιαννάκου, οι ηθοποιοί Ηρώ Μουκίου και Γιάννα Κανελλοπούλου, ο φίλος φυσικός Νίκος Ζαχαριουδάκης, η χαράκτρια Λιάνα Παπαιωάννου, ο μουσικός Μάριος Τσικνής, ο σκηνοθέτης Γιάννης Λαπατάς και φυσικά ο γάτος μου ο Κίκος!. Παρόλο που ονειρεύομαι λίγο, σαν να οδηγώ με ελαφρά σηκωμένο το χειρόφρενο, θέλω έναν καλύτερο κόσμο, που θα έρθει μόνο αν κοιτάξουμε βαθιά μέσα μας, για να γίνουμε πρώτα εμείς καλύτεροι άνθρωποι…»

Οπως έγραψα και στην αρχή, ο Θοδωρής Αντωνιάδης είναι ένας άνθρωπος που θα ήθελα να είναι φίλος μου… Με έβαλε στη «Δεξιά τσέπη του ράσου» και «Χορεύοντας στο Σκοτάδι» έφυγα από την κουβέντα μας με ένα φωτισμένο χαμόγελο… Τον ευχαριστώ για τη χαρά και την τιμή να μιλήσουμε!

 

«Η δεξιά τσέπη του ράσου»

Παραγωγή: ARTemis Productions σε συμπαραγωγή με το ΕΚΚ και την ΕΡΤ

Σενάριο: Στέλλα Βασιλαντωνάκη

Σκηνοθεσία: Γιάννης Β. Λαπατάς

Φωτογραφία: Γιάννης Δρακουλαράκος

Ηχος: Πάνος Παπαδημητρίου

Σκηνικά: Ανδρομάχη Αρβανίτη

Κοστούμια: Μαρία Μαγγίρα

Μοντάζ: Στέλλα Φιλιπποπούλου

Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός

Θοδωρής Αντωνιάδης, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Μάνος Βακούσης, Κώστας Λάσκος, Λάμπρος Σταυρινόπουλος, Πέτρος Ξεκούκης, Ερρίκος Μηλιάρης, Αναστάσης Λαουλάκος. Εμφανίζονται: Ηρώ Μουκίου, Μαρία Σκουλά, Ντίνα Μιχαηλίδου, Γιάννα Κανελοπούλου

 

«Χορεύοντας στο σκοτάδι» του Λαρς Φον Τρίερ στο Vault Theatre Plus

Διασκευή: Πάτρικ Ελσγουερθ

Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καρατζιάς

Μουσική: Μάνος Αντωνιάδης

Στίχοι: Γεράσιμος Ευαγγελάτος

Δήμητρα Κολλά, Βιργινία Ταμπαροπούλου, Στέλιος Καλαιτζής, Θοδωρής Αντωνιάδης, Πωλ Ζαχαριάδης, Σωτήρης Μεντζέλος, Ράσμι Σούκουλη, Ορνέλα Λούτη, Αντώνης Σταμόπουλος