Η πανέμορφη Ελληνίδα που με τα ερωτικά της σκάνδαλα έγινε θρύλος
Η Μαρία Πενταγιώτισσα έμεινε στην ελληνική μνήμη ως μια γυναικεία μορφή που κινήθηκε ανάμεσα στην αληθινή ιστορία και τον θρύλο. Το όνομά της συνδέθηκε με σκάνδαλα, λαϊκές αφηγήσεις, ποίηση και κινηματογράφο.
Η γυναίκα που έγινε φήμη, τραγούδι και θρύλος
Η Μαρία Πενταγιώτισσα δεν πέρασε στην ιστορία επειδή κάποιος ζωγράφος πρόλαβε να την αποτυπώσει ή επειδή άφησε πίσω της γράμματα και απομνημονεύματα. Έμεινε γιατί στην αρχή ακούστηκε σαν φήμη, ύστερα σαν τραγούδι και στο τέλος σαν θρύλος. Το όνομά της δέθηκε με τους Πενταγιούς της Φωκίδας, με τα χρόνια του Όθωνα και με μια ιστορία που για δεκαετίες κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα πιο εύκολα κι από οικογενειακό μυστικό. Ακόμη και σήμερα, όποιος ψάξει τη ζωή της, θα βρει μπροστά του ένα περίεργο κράμα από λίγα σίγουρα στοιχεία και πολλές διαφορετικές εκδοχές.
Η πιο σταθερή πληροφορία λέει πως γεννήθηκε το 1821 και πως το αληθινό της όνομα ήταν Μαρία Δασκαλοπούλου. Το προσωνύμιο Πενταγιώτισσα βγήκε από το χωριό της. Από εκεί και πέρα αρχίζει το θολό μέρος της ιστορίας, κι αυτό είναι που την κάνει ακόμη πιο δυνατή. Λέγεται πως ο πατέρας της ήταν γραμματοδιδάσκαλος, γι’ αυτό και σε παλιές αναφορές εμφανίζεται ως δασκαλοπούλα. Για τα νεανικά της χρόνια δεν έχουν σωθεί βέβαια αρχεία. Έχει μείνει όμως η επιμονή της μνήμης και η βεβαιότητα πως η ομορφιά της είχε γίνει κουβέντα πολύ πιο πέρα από το χωριό της.
Εκεί είναι και το σημείο όπου η ιστορία της παύει να μοιάζει συνηθισμένη. Δεν παρουσιάζεται απλώς σαν μια όμορφη χωριατοπούλα που τραβούσε τα βλέμματα. Στις περισσότερες αφηγήσεις εμφανίζεται ως γυναίκα ατίθαση, με έντονη παρουσία, με έναν τρόπο που ερέθιζε την κλειστή κοινωνία της ορεινής Ρούμελης. Σε μια εποχή όπου οι ρόλοι ήταν στενοί και η φήμη μπορούσε να γκρεμίσει ολόκληρη οικογένεια, η Πενταγιώτισσα έμεινε στη λαϊκή μνήμη σαν γυναίκα που δεν χωρούσε εύκολα σε κανόνα. Αυτό ήταν που κόλλησε πάνω της το όνομά της πιο δυνατά κι από το επώνυμό της.
Το πιο γνωστό επεισόδιο συνδέεται με έναν κρυφό δεσμό της με τον Δημήτρη Τουρκάκη. Οι τοπικές παραδόσεις λένε πως η σχέση αυτή άναψε τέτοια ζήλια και τέτοια ένταση, ώστε οι καβγάδες ξεπέρασαν τα όρια του χωριού και απλώθηκαν και στα γύρω μέρη. Όταν η υπόθεση έφτασε στο σπίτι της, η σύγκρουση πήρε οικογενειακή διάσταση. Οι ίδιες αφηγήσεις επιμένουν πως ο αδελφός της την πίεζε ασφυκτικά να τελειώσει αυτός ο δεσμός. Το τέλος ήταν βίαιο. Ο Τουρκάκης κατηγορήθηκε πως σκότωσε τον αδελφό της και η ίδια η Μαρία βρέθηκε να θεωρείται ηθική αυτουργός.
Το σκάνδαλο, η δίκη και η μεταμόρφωση σε σύμβολο
Εκεί το σκάνδαλο μοιάζει πια με λαϊκό δικαστικό δράμα. Η Μαρία συνελήφθη, οδηγήθηκε στο Κακουργιοδικείο του Μεσολογγίου και δικάστηκε μαζί με τον δράστη. Η αθώωσή της είναι μάλλον το σημείο όπου η ιστορία της πέρασε οριστικά από τη δικαστική υπόθεση στον θρύλο. Άλλοι έλεγαν πως οι ένορκοι λύγισαν από την ομορφιά της. Άλλοι πως υπήρξαν πιέσεις από πρόσωπα που είχαν προσωπικό δεσμό μαζί της. Σήμερα κανείς δεν μπορεί να αποδείξει με βεβαιότητα ποια εκδοχή στέκει. Αυτό που έμεινε είναι η εικόνα μιας γυναίκας που όχι μόνο αναστάτωσε χωριά, αλλά λέχθηκε πως μάγεψε ακόμη και την αίθουσα του δικαστηρίου.
Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και οι αφηγήσεις για την παρουσία της στα Σάλωνα, τη σημερινή Άμφισσα, όταν η περιοχή ετοιμαζόταν να δεχτεί το βασιλικό ζεύγος. Το τοπικό κείμενο από το Κροκύλειο κρατά την παράδοση ότι η Αμαλία εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της και σκέφτηκε ακόμη και να την πάρει κοντά της. Τίποτα από αυτά δεν αποδεικνύεται με κρατικά έγγραφα, όμως η ίδια η ύπαρξη της παράδοσης λέει κάτι απλό. Οι ντόπιοι δεν μιλούσαν για μια απλώς όμορφη γυναίκα. Μιλούσαν για μια παρουσία που έμοιαζε ικανή να ξεχωρίσει ακόμη και μέσα σε μια επίσημη γιορτή του νεοσύστατου κράτους.
Το πιο παράξενο είναι πως ο θρύλος της δεν έσβησε όταν τελείωσε το σκάνδαλο. Η παράδοση λέει ότι αργότερα παντρεύτηκε τον Γεώργιο Αρμάο στο διπλανό Παλαιοκάτουνο, το σημερινό Κροκύλειο, και έζησε μια τελείως διαφορετική ζωή, μεγαλώνοντας τα παιδιά του και πεθαίνοντας το 1885. Αυτή η δεύτερη πράξη της ζωής της στέκεται σχεδόν απέναντι στην πρώτη. Από τη γυναίκα που ξέσκιζε τη φήμη ενός τόπου, περνάμε στη γυναίκα που μπαίνει σε σπίτι, φροντίζει οικογένεια και χάνεται δίχως θόρυβο. Ίσως γι’ αυτό έμεινε τόσο ζωντανή η μορφή της. Δεν ήταν μονοκόμματη. Είχε πτώση, στροφή και στο τέλος μια παράξενη ησυχία.
Κι έπειτα άρχισε η δεύτερη, ακόμη μεγαλύτερη ζωή της. Η Μαρία η Πενταγιώτισσα πέρασε στο δημοτικό τραγούδι και από εκεί στη λογοτεχνία. Ο Κωστής Παλαμάς έγραψε το 1890 το ποίημα «Μαρία η Πενταγιώτισσα» και το αφιέρωσε στον Ανδρέα Καρκαβίτσα. Αυτό έχει βάρος. Όταν ο εθνικός ποιητής παίρνει μια λαϊκή ηρωίδα της Ρούμελης και τη βάζει στο έργο του, η Πενταγιώτισσα παύει να είναι ένα χωριάτικο κουτσομπολιό. Γίνεται σύμβολο μιας άγριας γυναικείας ομορφιάς που μαζί γοητεύει και τρομάζει.
Δεν έμεινε εκεί. Η ιστορία της πέρασε στο θέατρο, στον Νιρβάνα, αργότερα στον Μποστ, και κυρίως στον κινηματογράφο. Το 1928 ο Αχιλλέας Μαδράς γύρισε τη βουβή «Μαρία Πενταγιώτισσα», που προβλήθηκε το 1929 και θεωρείται η πρώτη ελληνική κινηματογραφική υπερπαραγωγή. Η Ταινιοθήκη και νεότερες πηγές συμφωνούν πως η ταινία φούσκωσε ακόμη περισσότερο τον μύθο, μπλέκοντας αληθινά και επινοημένα στοιχεία για να κάνει τη ζωή της πιο θεαματική. Δηλαδή ό,τι είχε ήδη συμβεί και στη λαϊκή μνήμη.
Σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα, το 1957, ήρθε νέα κινηματογραφική εκδοχή με την Αλίκη Βουγιουκλάκη στον κεντρικό ρόλο. Εκεί φαίνεται καθαρά πόσο βαθιά είχε περάσει η μορφή της στην ελληνική ποπ κουλτούρα. Μια γυναίκα από ένα ορεινό χωριό της Φωκίδας, μισή ιστορία και μισή θρύλος, είχε γίνει υλικό για σταρ σύστεμ, θεατρική σάτιρα και λαϊκή αναπαράσταση. Κι αυτό μάλλον είναι το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της υπόθεσης. Η Πενταγιώτισσα δεν νίκησε επειδή έζησε με δύναμη. Νίκησε γιατί η ιστορία της αποδείχθηκε πιο ανθεκτική από την αλήθεια που τη γέννησε.