Ήταν η πιο όμορφη γυναίκα στην Ευρώπη. Μα οι κόρες της πέθαναν, ο άντρας της την παράτησε και την αγάπησαν δύο άντρες που πέθαναν πρόωρα
Η αυτοκράτειρα που αγάπησαν δύο άντρες και τους έχασε και τους δύο. Που έχασε τις κόρες της και ζούσε μόνη στην πιο παγωμένη Αυλή της Ευρώπης.
Η Λουίζα του Μπάντεν ήταν μόλις δεκατριών όταν την έστειλαν από τη Γερμανία στη Ρωσία για να παντρευτεί έναν έφηβο τσάρο που δεν είχε διαλέξει. Μέσα σε λίγους μήνες, έγινε Ελισάβετ Αλεξέγιεβνα, ορθόδοξη αυτοκράτειρα, με καινούργιο όνομα, καινούργια θρησκεία και χωρίς καμία από τις σταθερές της παιδικής της ηλικίας.
Η Αικατερίνη η Μεγάλη την είχε διαλέξει γιατί ήταν «η τέλεια νύφη». Όμορφη, λεπτή, ντροπαλή, ευγενική. Η ίδια η αυτοκράτειρα έγραψε πως ήταν γάμος «μεταξύ ψυχής και έρωτα». Αλλά η ψυχή έσπασε. Κι ο έρωτας έσβησε, πολύ πριν ανάψει στ’ αλήθεια.
Η Ελισάβετ γέννησε δύο κορίτσια. Η Μαρία πέθανε μέσα σε δεκατέσσερις μήνες. Η Ελισάβετ-μικρή έφυγε από λοίμωξη πριν κλείσει τα δύο. Και οι δύο γεννήθηκαν με φήμες βαριές σαν σιδερένιο στέμμα: δεν ήταν του τσάρου. Η πρώτη έμοιαζε με τον Πολωνό κόμη Τσαρτορύσκι. Η δεύτερη με τον όμορφο αξιωματικό Αλεξέι Οκότνικοφ.
Ο Αλέξανδρος Α’ είχε φύγει από τη ζωή της πολύ πριν πεθάνει. Δεκατρία χρόνια είχε σχέση με τη Μαρία Ναρύσκινα. Εκείνη έκλαιγε μόνη, στα μάρμαρα των αυτοκρατορικών αιθουσών. Προσπάθησε να βρει παρηγοριά. Τη βρήκε, δυο φορές. Και τις δύο, την πήρε ο θάνατος.
Ο Τσαρτορύσκι την ερωτεύτηκε ειλικρινά. Ήταν φίλος του συζύγου της. Έφυγε για αποστολή και δεν γύρισε ποτέ όπως πριν. Ο Οκότνικοφ, ο αξιωματικός με το πράο βλέμμα, έγινε η ελπίδα της. Κάποιοι λένε ότι πέθανε από ασθένεια. Άλλοι, ότι τον σκότωσαν ο τσάρος ή ο αδελφός του. Κανείς δεν έμαθε. Η Ελισάβετ έμεινε με τα γράμματά του που τα έκρυβε κάτω από τα μαξιλάρια. Μέχρι που κι αυτά τα κατέστρεψαν.
Ο λαός δεν την αγάπησε. Ήταν ντροπαλή. Σιωπηλή. Απείχε από τις τελετές. Προτιμούσε τα βιβλία και τη μουσική. Οι Ρομανόφ την αγνοούσαν. Η πεθερά της έπαιρνε τη θέση της σε κάθε δημόσια εμφάνιση. Ό,τι κι αν έκανε, ήταν πάντα δεύτερη.
Κι όμως, στις μεγάλες κρίσεις, στάθηκε βράχος. Στους Ναπολεόντειους Πολέμους, υποστήριζε τον Αλέξανδρο. Δεν φώναζε. Δεν έπαιζε παιχνίδια. Δεν πρόδωσε ποτέ εκείνον που την πρόδωσε. Όταν ο τσάρος πέθανε το 1825 από τύφο στο Ταγκανρόγκ, η Ελισάβετ λύγισε.
Μέσα σε πέντε μήνες, την ακολούθησε. Πέθανε από έμφραγμα, σε ηλικία 47 ετών, κατά την επιστροφή της στην Αγία Πετρούπολη. Δεν έμεινε πίσω της δυναστεία. Ούτε απογόνους. Ούτε μνημεία. Μόνο πίνακες ζωγραφικής με εκείνα τα μάτια – γαλάζια, αμυγδαλωτά, πάντα έτοιμα να κλάψουν.
Ήταν η πιο όμορφη γυναίκα στην Ευρώπη. Αλλά η ζωή της γράφτηκε σαν σκιά. Πάντα λίγο πιο πίσω. Πάντα λίγο πιο μόνη.
