Ο Λουίτζι ντι Μπιάτζιο είναι φαβορί για την Εθνική Ελλάδας

Έργα και ημέρες του Λουίτζι ντι Μπιάτζιο, που μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει τον επόμενο εκλέκτορα της «γαλανόλευκης».

Η Εθνική Ελλάδας χτενίζει την ιταλική αγορά για προπονητή και ο Λουίτζι Ντι Μπιάτζιο προβάλει ως εκ των φαβορί για τη θέση.

Η συζήτηση για τον 51χρονο σήμερα Τζίτζι, όπως είναι πιο γνωστός, ξεκινάει σχεδόν πάντα από το χαμένο του πέναλτι στον προημιτελικό με τη Γαλλία, στο Μουντιάλ του 1998. Μοιραίο, καθώς οδήγησε τους «ατζούρι» σε αποκλεισμό. Ρομπέρτο Μπάτζιο το 1994, Ντι Μπιάτζιο τέσσερα χρόνια μετά, μια ηχώ με παραπλήσια ονόματα που στοίχειωσε τους Ιταλούς σε «ρώσικες ρουλέτες» μεγάλων διοργανώσεων. Τι κι αν είχε κάνει πολύ καλό τουρνουά ως τότε; Είχε δώσει μάλιστα και την ασίστ στον Κριστιάν Βιέρι, για το νικητήριο (1-0) κόντρα στη Νορβηγία. Η συλλογική μνήμη κράτησε εκείνη την αποτυχία.

Να πώς το θυμάται ο ίδιος: «Όταν με ρώτησε ο Μαλντίνι (σ.σ.: Τσέζαρε) αν θέλω να εκτελέσω, του είπα αμέσως ναι. Αρχικά είχα οριστεί να σουτάρω τρίτος στη σειρά, αλλά λίγο μετά ο κόουτς μου είπε ότι θα είμαι  τελευταίος. Δεν ταράχτηκα. Τρίτο ή τελευταίο, για μένα ήταν το ίδιο. Όταν πήγα στη βούλα, είχα θετικό συναίσθημα. Είχα αποφασίσει πως θα σουτάρω δυνατά και στο κέντρο. Αλλά δυστυχώς η μπάλα πήγε λίγο πιο ψηλά και χτύπησε στο οριζόντιο δοκάρι. Ρίσκαρα και έκανα λάθος. Είδα μετά σε βίντεο όλη τη διαδικασία και κατάλαβα πως κινούταν ο Μπαρτέζ. Και τι θα έπρεπε να είχα κάνει. Αλλά αυτές είναι σκέψεις που κάνεις μετά, με καθαρό μυαλό»

Με το που αστόχησε, έπεσε στο έδαφος, έβαλε τα χέρια στο κεφάλι. Απαρηγόρητος, παρά τις αγκαλιές των συμπαικτών του. «Ένιωσα ένα κενό, δεν θυμάμαι τίποτα από όσα έγιναν. Βασικά ό,τι μνήμες έχω είναι από όσα είδα αργότερα στην τηλεόραση. Τίποτα από όσα είδα με τα δικά μου μάτια». Το σοκ…

Το… άλλο πέναλτι και η επιμονή-σήμα κατατεθέν του

Δύο χρόνια μετά, στο Euro 2000, η μοίρα και η θέλησή του τον έφεραν ξανά στη βούλα. Εκτέλεσε πρώτος στη διαδικασία των πέναλτι στον ημιτελικό με την Ολλανδία. Αυτή τη φορά δεν λάθεψε. Ανοίγοντας το δρόμο για την πρόκριση στον τελικό. «Ένιωσα απίστευτη χαρά», θα πει μετά. Ένα βάρος που κουβαλούσε δύο χρόνια είχε μόλις φύγει από πάνω του.

Μία ή άλλη πάντως, δεν είχε αφήσει να τον καταβάλει η αποτυχία του 1998. Κάτι που συνοψίζει ένα βασικό στοιχείο του χαρακτήρα του. Την αποφασιστικότητα. Καθόλη τη διάρκεια της καριέρας του, δεν κρύφτηκε ποτέ. Πήρε ευθύνες, ανέλαβε το κόστος. Οι δυσκολίες όχι μόνο δεν τον πτοούσαν, αλλά του έδιναν κίνητρο.

Γι’ αυτό και καθιερώθηκε ως ένας εκ των κορυφαίων μέσων της εποχής του. Ένας πλήρης χαφ. Με αντοχή, πάθος, μαχητικότητα. Είχε πολύ δυνατό σουτ και θεωρούταν σπεσιαλίστας στα στημένα. Συνολικά κατέγραψε 391 ματς και 59 γκολ στη Serie A. Μαζί και 123 κίτρινες και 9 κόκκινες κάρτες – είπαμε, δεν έκανε εκπτώσεις, ούτε… μάζευε τα πόδια του!

Ο μέντορας Ζέμαν και ο «προδότης» Κούπερ

Μικρός προτιμούσε το μπάσκετ, μέχρι που οι φίλοι του άρχισαν να τον τσιγκλάνε, πως δεν είναι καλός στην μπάλα. Βάλθηκε να τους αποδείξει το αντίθετο. Περνούσε ώρες ατέλειωτες προπονούμενος. Η εξάσκηση σε κάνει καλύτερο. Ό,τι έλλειμα είχε σε ταλέντο, το κάλυψε με τη σκληρή δουλειά.

Στις ακαδημίες της Λάτσιο θήτευσε, εκεί έκανε ντεμπούτο στην ελίτ. Τη σεζόν 1988-89, μπαίνοντας στα 7 τελευταία λεπτά της ήττας με 4-2 από τη Γιουβέντους. Η χαρά κράτησε ελάχιστα. «Ευχαριστούμε, αλλά δεν σε χρειαζόμαστε», του είπαν οι «λατσιάλι».

Θα το έχετε καταλάβει ως τώρα, μόνο καταρρακωμένος δεν ένιωσε. Αντίθετα, πλημμύρισε από την επιθυμία να δείξει πόσο λάθος τον είχαν μετρήσει. Και τα κατάφερε. Σε Μόντσα, Φότζα και κυρίως Ρόμα, Ίντερ έγινε μεγάλος. Και τρανός. Με μέντορα τον Ζντένεκ Ζέμαν, με τον οποίο συνεργάστηκαν δύο φορές αυτήν την περίοδο. Ο Τσέχος προπονητής, μέγας tactician, «μου άλλαξε τη ζωή με αυτά που μου έμαθε για την αξία της δουλειάς και τη σωστή νοοτροπία», για να το πούμε με τα δικά του λόγια.

Αντίθετα, δεν θέλει καν να θυμάται τον Έκτορ Ραούλ Κούπερ. Το λόγο που έφυγε από την Ίντερ το 2003. Επειδή ένιωσε προδομένος από τον Αργεντινό μετέπειτα κόουτς του Άρη. «Είχα δώσει τα πάντα γι’ αυτόν και την ομάδα, αλλά στο φινάλε με άδειασε με το χειρότερο τρόπο. “Και 20 παίκτες να τραυματιστούν, δεν θα σε βάλω ξανά” μου είπε». Το διαζύγιο ήταν αναπόφευκτο. Μπρέσια και Άσκολι ήταν οι δύο τελευταίοι σταθμοί της καριέρας του, το 2007 σταμάτησε την μπάλα.

Μόνιμος στις Ελπίδες, το πέρασμα από την Ανδρών και η ΣΠΑΛ

Του πήρε λίγο να καταλάβει τι ακριβώς ήθελε να κάνει για το «μετά». Άρχισε μαθήματα προπονητικής και το 2011 ανέλαβε την εθνική Νέων της Ιταλίας. Δύο χρόνια έκατσε εκεί, ακολούθησε η προαγωγή για την Ελπίδων. Στον πάγκο των «ατζουρίνι» έμεινε ως το 2019. Με καλύτερα του χρόνια την περίοδο 2015-17, με δύο συνεχόμενες πορείες ως τα ημιτελικά Euro, δύο φορές η Ισπανία του(ς) στέρησε το κάτι παραπάνω.

Το Φλεβάρη του 2018, μετά το σοκ του αποκλεισμού της Ιταλίας από το Μουντιάλ της Ρωσίας, εκτέλεσε χρέη υπηρεσιακού για δύο ματς στην Ανδρών. Φιλικά. Κόντρα σε Αργεντινή και Αγγλία. Ήττα στο πρώτο (2-0), ισοπαλία στο δεύτερο (1-1), ο απολογισμός.

Και το Φεβρουάριο του 2020 δοκίμασε πρώτη και μοναδική ως τώρα φορά σε συλλογικό επίπεδο. Στη ΣΠΑΛ. Αλλά δεν μπόρεσε να την κρατήσει Κατηγορία, όχι πως ήταν εύκολο, η τάση ήταν ήδη προς τα εκεί όταν πήρε τη δουλειά.

Ντι Μπιάτζιο, ένας πιστός Χριστιανός και οικογενειάρχης

Από τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς κι έπειτα, δεν έχει δουλέψει ξανά. Ακούστηκε μόνο έντονα στα ιταλικά media για μια ιστορία που ουδεμία σχέση έχει με την μπάλα. Συγκεκριμένα, έπεσε θύμα φάρσας σε γνωστή τηλεοπτική εκπομπή της γειτονικής χώρας. Του τη σκάρωσε το… ίδιο του αίμα. Η τρίτη του κόρη.

Το σενάριο ήταν το εξής: Του έφερε σπίτι για να γνωρίσει αυτόν που του παρουσίασε ως μελλοντικό γαμπρό. Κατά πολύ μεγαλύτερός της, γρήγορα αποδεικνύεται γυναικάς και τζογαδόρος! Ο Ντι Μπιάτζιο αρχικά προσπάθησε να κρατήσει τη ψυχραιμία του, μέχρι που δεν άντεξε και άρχισε να… δέρνει τον ηθοποιό που υποδυόταν το γαμπρό! «Cut» φώναξε ο σκηνοθέτης και αποκαλύφτηκε η αλήθεια.

Όσοι τον θυμούνται ως παίκτη, μόνο εντύπωση δεν τους έκανε που τον είδαν έτσι. Όσοι τον ξέρουν προσωπικά, επίσης. Γιατί η οικογένεια είναι ιερή για τον 51χρονο Ιταλό. Πάντα στο πλευρά του έχει τη γυναίκα του, Σαμπρίνα, μαζί από.. πάντα. Ο ένας για τον άλλο.

Στα πρώτα χρόνια του γάμου τους, οι γιατροί τους είπαν πως ήταν πολύ δύσκολο να κάνουν παιδί. Υιοθέτησαν τότε τη μικρή Ρεμπέκα, ένα κορίτσι από τη Κολομβία. Λίγο καιρό αφότου είχαν πάει για προσκύνημα στην Παναγιά της Λούρδης, η Σαμπρίνα έμεινε έγκυος.. Ο Ντι Μπιάτζιο ήταν πάντα πιστός Χριστιανός, αλλά ειδικά μετά από αυτό, η θρησκεία έγινε αναπόσπαστο μέρος του εαυτού του. Έκαναν ακόμα δύο παιδιά. Την… φαρσέρ κόρη και ένα γιο.

Παρά τη δημοσιότητα, πρόκειται για ένα πολύ μαζεμένο άτομο. Δεν του άρεσαν ποτέ τα πάρτι και οι υπερβολές. Δεν μπορεί τα social media. Είναι λίγο παλιομοδίτης; Προτιμά τον όρο παραδοσιακός. Και παιδαγωγός, εξ ου άλλωστε και ότι έμεινε για τόσα χρόνια να δουλεύει με τους μικρούς της εθνικής Ιταλίας. Πλέον όμως, θα ήθελε να δοκιμάσει και κάτι εντελώς διαφορετικό. Νιώθει πως το έχει ανάγκη. Νιώθει έτοιμος.