Στο προσεχές Παγκόσμιο Κύπελλο, του Κατάρ, η Εθνική Γερμανίας μπορεί να μας ζητήσει να την αποκαλούμε... αλλιώς.

Το θέμα της ονοματοδοσίας, α λα γερμανικά, α λα ποδοσφαιρικά και εν τέλει, κοινωνικά!

Στο προσεχές Παγκόσμιο Κύπελλο, του Κατάρ, η Εθνική Γερμανίας μπορεί να μας ζητήσει να την αποκαλούμε… αλλιώς.

Τούτη την ώρα και ακόμη, αποτελεί θέμα προς συζήτηση. Διεξάγεται όμως, ακούγεται και προχωρά σαν ζύμωση σκέψης και διαδικασίας. Με την κάθε πλευρά να καταθέτει την άποψή της επί του θέματος. Ζητούμενο και προς το παρόν απορία, το εξής: Θα αποκαλείται ακόμα «Μάνσαφτ» η Εθνική Γερμανίας όταν με το καλό έρθει η ώρα της σέντρας του Μουντιάλ;

Στην ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Γερμανίας (DFB) πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν την κατάργηση ενός προσωνυμίου που κρίνουν αναχρονιστικό, αλαζονικό και απρόσωπο. Αλήθεια είναι πως η μετάφρασή του από τα γερμανικά μας δίνει το εξής απλό: «Η ομάδα». Αλήθεια είναι επίσης πως – κι όμως- δεν έχει ρίζες στην παράδοση. Στην πραγματικότητα υιοθετήθηκε επίσημα μόλις το 2015. Επειδή τους αποκαλούσαν έτσι στο… εξωτερικό! Και ως ενεργεία τότε Παγκόσμιοι Πρωταθλητές ήθελαν να δείξουν ένα πιο οικουμενικό προφίλ.

Γιατί και πότε υιοθετήθηκε το «Μάνσαφτ»

Ανακοινώνοντας τα καθέκαστα εκείνες τις ημέρες ο Όλιβερ Μπίρχοφ είπε τα παρακάτω λόγια: «Με αυτόν τον όρο θα εκπροσωπούνται όλα όσα κάνουν την Εθνική Γερμανίας αυτό που είναι σήμερα. Δημιουργικότητα, αγωνιστική ισχύς, σεβασμός, fair play. Κι επίσης συνοχή, team spirit και ενότητα». Ο σταθερά general manager της Γερμανίας, δεν έμελλε να δικαιωθεί σε βάθος χρόνου. Ως όνομα δεν έκανε ποτέ «κλικ» στο κοινό και στους χορηγούς, ενώ σε δημοσκοπήσεις που έχουν γίνει, συγκεντρώνει πολύ χαμηλά ποσοστά αποδοχής. Και ο Τύπος επίσης, το σνομπάρει επιδεικτικά. Προτιμώντας τα «Nationalelf» («Οι έντεκα εθνικοί»), DFB-Elf (οι έντεκα της DFB), DFB-Auswahl (η επιλογή της DFB) ή DFB-Team.

Ούτε αυτά σκίζουν από πρωτοτυπία, ούτε αυτά είναι  ιδιαίτερα πιασάρικα, αλλά έχουν το αβαντάζ του ότι είναι (από) παλιά. Και οι Γερμανοί φίλαθλοι – το ζουμί – είναι θερμοί υποστηρικτές της παράδοσης. Απολύτως χαρακτηριστικό αυτού το ότι κλαμπ όπως η Λειψία ή η Χόφενχαϊμ θεωρούνται «κάλπικα» και μισητά ακριβώς επειδή στερούνται ιστορικότητας και επειδή πιστεύεται πως χτίστηκαν λόγω της δύναμης του χρήματος, των ζάμπλουτων αφεντικών τους, γεγονός που κοντράρει με τον έντονο λαϊκό χαρακτήρα του σπορ στη χώρα.

Τι λένε οι μεν τι λένε οι δε, το debate της Εθνικής Γερμανίας

Ο Μπίρχοφ ακόμα το παλεύει και προσπαθεί να υπερασπιστεί το «Μάνσαφτ» ως όρο: «Ναι, το ξέρω και αναγνωρίζω ότι διχάζει. Αλλά στο εξωτερικό αποκαλούν έτσι την Εθνική μας εδώ και πολλά χρόνια. Με αποτέλεσμα να έχει γίνει ένα πολύ ισχυρό brand name, με τεράστια διάχυση στο παγκόσμιο φίλαθλο κοινό». Οπαδός του να μείνουνε πιστοί στην παράδοση (φάνηκε να) είναι ο Χάνσι Φλικ. «Για μένα είναι “Η Ομάδα” επειδή κάθε παίκτης είναι κομμάτι της Γερμανίας και αγαπάει να παίζει γι’ αυτό το έθνος». Αν και ο 57χρονος εκλέκτορας, όπως και όσοι διεθνείς ρωτήθηκαν σχετικώς, στην πραγματικότητα έδειξαν πως δεκάρα δεν δίνουν για το πώς θα τους λένε, να νικάνε και μόνο τους νοιάζει.

Σε κάθε περίπτωση, η τάση είναι άλλη. Πολλοί σύλλογοι της χώρας θεωρούν πως το προσωνύμιο αυτό τους προσβάλλει, πως συνιστά έλλειψη σεβασμού. «Εμείς δεν είμαστε δηλαδή ομάδες; Μόνο μια ομάδα υπάρχει εκεί έξω;» ρωτούν ρητορικά. Υπέρμαχος αυτής της άποψης είναι ο αντιπρόεδρος της DFB και αφεντικό της Μπορούσια Ντόρτμουντ, Χανς-Γιόαχιμ Βάτσκε. «Αυτή η έκφραση αποτελεί μια έλλειψη σεβασμού προς όλες τις άλλες ομάδες και πρέπει να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα». Ένας άλλος αντιπρόεδρος της DFB, ο Χέρμαν Βίνκλερ, είπε το ίδιο, με άλλα λόγια: «Κανείς οπαδός δεν τακτοποιείται μέσω αυτού του προσωνυμίου και εξ αντανακλάσεως μέσω της Εθνικής μας ομάδας».

Οι ξένοι θα συνεχίσουν τα… δικά τους για την Εθνική Γερμανίας

Μέσα στον ερχόμενο Ιούλιο η Ομοσπονδία θα λάβει την οριστική της απόφαση. Ή λίγο αργότερα,  σίγουρα πάντως πριν το Μουντιάλ. Το παράδοξο είναι πως ενώ ο όρος «Μάνσαφτ» (ή «Νάσιοναλμανσαφτ» για μας) δεν αρέσει στους Γερμανούς, αρέσει στους ξένους – προς δικαίωση του Μπίρχοφ. Ναι, στερείται φαντασίας, στερείται συναισθήματος ως όρος. Αλλά προϊόντος του χρόνου πέτυχε το στόχο κάθε προσωνυμίου. Συνδέθηκε απόλυτα με αυτό που κλήθηκε να περιγράψει. Έστω εκτός της χώρας που υποτίθεται πως εκφράζει. Έστω ως εισαγωγή για να γίνει… ντόπιο.

Ακόμα συνεπώς και να καταργήσουν οι Γερμανοί το «Μάνσαφτ», φανταζόμαστε πως οι «έξω» δεν θα ακολουθήσουν. Να, δείτε εμάς, τους Έλληνες. Τους αποκαλούμε και «πάντσερ», επειδή έτσι τους… μάθαμε – κανείς άλλος πρακτικά δεν τους λέει έτσι και οι ίδιοι οι Γερμανοί αν το ακούσουν θα αντιδράσουν με θυμό, αφού είναι συνδεδεμένο με το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη πιο μαύρη σελίδα της ιστορίας τους. Δείτε επίσης τις περιπτώσεις «Σκουάντρα Ατζούρα» και «Τρικολόρ». Ούτε οι Ιταλοί ούτε οι Γάλλοι αντίστοιχα, αποκαλούν έτσι τα αντιπροσωπευτικά τους συγκροτήματα. «La Nazionale» ή «Ατζούρι» είναι για τους γείτονες, «Μπλε» είναι για τους Γάλλους. Αλλά (έλα που) η συνήθεια είναι πολύ δυνατό πράγμα. Και δύσκολα αλλάζει.