Ο Ραφλ Ράνγκνικ θα είναι ο νέος προπονητής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ

Ο Ραλφ Ράνγκνικ είναι έτοιμος να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και εμείς... αναλαμβάνουμε τις συστάσεις!

Τι πρέπει να περιμένουμε από τον νέο προπονητή της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ; Ο Ραλφ Ράνγκνικ είναι προ του «Όλντ Τράφορντ». Διάδοχος του Σόλσκιερ.

Οι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, φανατικά υποστηρικτές της παράδοσης Γερμανοί οπαδοί, καλή κουβέντα δεν του έχουν φυλαγμένη. Αν όμως ήταν απόλυτα ειλικρινείς και δε φοβόντουσαν ότι έτσι πουλάνε τη ψυχή τους στο διάολο (ναι, τόσο ακραία το προσεγγίζουν) τότε θα «σκότωναν» για να έχουν στην ομάδα τους έναν επαγγελματία όπως ο 63χρονος Γερμανός.

Αυτός βρίσκεται πίσω από δύο εκ των μεγαλύτερων επαναστάσεων στην ιστορία της Bundesliga. Πρώτα Χόφενχαϊμ, μετά Λειψία. Δύο ομάδες που δεν υπήρχαν στο χάρτη (η δεύτερη και κυριολεκτικά, αφού το 2009 μόλις ιδρύθηκε) κατάφερε, με τη δουλειά του και τις πρωτοποριακές του ιδέες, να τις μετατρέψει σε πρωταγωνίστριες. Τόσο ως προπονητής όσο και ως αθλητικός διευθυντής.

Για το οπαδικό γερμανικό κίνημα, είναι δύο «ψεύτικες» ομάδες, δίχως ιστορία και φτιαγμένες με τη δύναμη του χρήματος. Θα ήταν, ωστόσο, μεγάλη αδικία να απομονώσουμε εκεί την επιτυχία τους. Ναι, βοήθησε πολύ. Πάρα πολύ. Αλλά δεν είναι ότι αγόρασαν ό,τι βρήκαν μπροστά τους και προόδευσαν έτσι.

Χτίστηκαν βήμα βήμα. Χάρη σε ένα 100% ποδοσφαιρικά δομημένο project. Βγήκαν στην αγορά, έψαξαν το ταλέντο, το εντόπισαν, το απέκτησαν και μετά το καλλιέργησαν, το εξύψωσαν. Ως διαδικασία είναι (η) πλήρης. Φτιάχνεις μόνος σου την (υπερ)αξία σου. Κι αυτό το πλάνο, το σχεδίασε και το εφάρμοσε ο Ράνγκνικ.

Ράνγκνικ, ο καθηγητής που επηρέασε μια ολόκληρη γενιά  

Ο Γιούργκεν Κλοπ τον έχει χαρακτηρίσει ως τον κορυφαίο Γερμανό προπονητή των καιρών μας. Σίγουρα έχει επηρεάσει μια ολόκληρη γενιά συμπατριωτών του τεχνικών με τη σκέψη του. Κομβικά, ριζικά. Σε πνευματικό και σωματικό επίπεδο.

To 1998, ως κόουτς της Ουλμ, ομάδας τότε της Β’ Κατηγορίας, είχε προκαλέσει αίσθηση μιλώντας για τακτική σε ένα δημοφιλές τηλεοπτικό αθλητικό πρόγραμμα της εποχής. Τότε 40 ετών, ήταν γεμάτος αυτοπεποίθηση και αυτά που έλεγε έμοιαζαν… εξωγήινα. Τόσο καινοτόμα, που σχεδόν τρόμαζαν. Ο τίτλος του «καθηγητή», εν αρχή, του κόλλησε με ειρωνική χροιά.

Αυτός, πάντως, δεκάρα δεν έδωσε. Ουδέποτε ένιωσε πως κάνει κάτι λάθος. Είχε πάντα ακλόνητη πίστη στις ιδέες του και η κριτική δεν τον έριχνε ψυχολογικά. Η πορεία του όλα αυτά τα χρόνια δικαίωσε την ρηξικέλευθη προσέγγισή του.

Όχι τόσο τα πρώτα του χρόνια σε γκρο πλαν. Σε Στουτγάρδη, Ανόβερο και Σάλκε. Δεν τα πήγε διόλου άσχημα, έδωσε στίγμα και φανέρωσε προθέσεις, αλλά δεν είχε κάνει και το «μπραφ». Τα έργα του τα μεγάλα ήταν ακόμη στα σκαριά.

Χόφενχαϊμ και Λειψία, οι δικές του επαναστάσεις

Κι ύστερα ήρθε η Χόφενχαϊμ. Την οποία έβγαλε από την αφάνεια, αναγκάζοντας όλη την Ευρώπη να στρέψει το βλέμμα πάνω της. Στη «Χόφε» έκατσε 6 χρόνια. Έφυγε επειδή τα έσπασε με το ζάμπλουτο αφεντικό Ντίτμαρ Χοπ. Επειδή πούλησε τον Λουίζ Γκουστάβο στην Μπάγερν Μονάχου χωρίς να τον ενημερώσει.

Δεν μπορεί να νιώθει πως δεν έχει τον έλεγχο. Θέλει να είναι πάντα ξεκάθαρο ότι αυτός έχει τον τελικό λόγο. Να ενσαρκώνει την τάξη ακόμη και σε συνθήκες χάους. Δεν είναι εύκολος άνθρωπος. Αλλά αν τον αφήσεις να κάνει αυτό που ξέρει, δύσκολα θα βγεις χαμένος.

Αμέσως μετά, πήγε ξανά στη Σάλκε, οδηγώντας την λίγες βδομάδες μετά την άφιξή του στην κατάκτηση του Κυπέλλου Γερμανίας και ως τα ημιτελικά του Champions League. Επτά όμως μόλις μήνες μετά, αποχώρησε. Είχε φτάσει στα όρια του ψυχολογικά. Ένιωσε να διαλύεται από την πίεση, κάποιοι είπαν πως είχε πάθει κατάθλιψη. Ήταν η πρώτη φορά που κάτι κηλίδωνε τη φήμη του ως σκληρού επαγγελματία.

Ζήτησε μια νέα αρχή, με λιγότερα φώτα. Σε ένα πιο ανθρώπινο περιβάλλον από αυτό της ομάδας του Γκελζενκίρχεν. Η Λειψία ήταν αυτό ακριβώς που έψαχνε (2012). Κάτι από το μηδέν. Αρχικά συνδυαστικά μάλιστα με το «αδελφάκι» της, τη Ζάλτσμπουργκ. Και από το 2015 μόνο στο γερμανικό σύλλογο. Εκεί αντιμετωπίστηκε ως αυθεντία, το κομμάτι του χαρακτήρα ως control freak υπηρετήθηκε στο ακέραιο.

Φημίζεται άλλωστε ότι θέτει κανόνες ακόμα και για τα αμάξια που οδηγούν οι ποδοσφαιριστές, ανάλογα με την ηλικία τους Αντιμετωπίζει το να φτιάξει έναν παίκτη ως μια πολύπλευρη αποστολή, που έχει να κάνει και με την κοινωνική τους εκπαίδευση. Είναι πολύ απαιτητικός, αλλά δέχεται και τα λάθη ως μέρος της διαδικασίας. Στη Λειψία ό,τι έλεγε, γινόταν.

Η εμπειρία που αναστάτωσε τον προγραμματισμό του

Πολλοί φανταζόντουσαν πως θα έπαιρνε σύνταξη από εκεί, αλλά τελικά εμφανίστηκε ξανά αυτή η άρνησή του να δεχτεί κάτι λιγότερο από το «ελέγχω τα πάντα». Το καλοκαίρι του 2018 διάλεξε τον Γιούλιαν Νάγκελσμαν για τον πάγκο. Αλλά το παιδί-θαύμα της γερμανικής προπονητικής δεν ήταν άμεσα διαθέσιμος, είχε ακόμα ένα χρόνο συμβόλαιο με τη «Χόφε» και η συμφωνία ήταν να το τιμήσει, όπως και τελικά συνέβη.

Στρατιώτης όσο και στρατηγός, ο Ράνγκνικ αποφάσισε να φορέσει ξανά τη φόρμα του προπονητή, που είχε αφήσει μετά το 2016, όταν δηλαδή οδήγησε τους «κόκκινους ταύρους» για πρώτη φορά στην Bundesliga. Ήταν μια εμπειρία που αναστάτωσε τον προγραμματισμό του. Επί των οδηγιών του και αφού ξεπεράστηκε ένα μέτριο πρώτο διάστημα, η Λειψία έκανε μια εξαιρετική σεζόν, τερματίζοντας 3η και επιστρέφοντας στο Champions League. Υπήρξε επίσης φιναλίστ του Κυπέλλου (έχασε από την Μπάγερν).

Το αρχικό πλάνο ήταν να γυρίσει στο πόστο του αθλητικού διευθυντή και να μείνει εκεί ως το 2021. Μόνο που πια δεν είχε αυτή τη θέληση. Ένιωθε άδειος για να συνεχίσει όπως παλιά, ειδικά καθώς ο Νάγκελσμαν κουβαλούσε μαζί του ενθουσιασμό και την ορμή της νιότης, κάτι υπέροχο αλλά και εν δυνάμει συγκρουσιακό. Είχε ανάγκη κάτι καινούριο, μια άλλη πρόκληση.

Ενημέρωσε σχετικώς τα (πιο) μεγάλα αφεντικά. Δεν του χάλασαν χατίρι. Ο γαλαξίας της Red Bull δεν διανοούταν τότε ότι θα τον χάσει. Η λύση λοιπόν βρέθηκε. Υπεύθυνος δύο άλλων ομάδων ιδιοκτησίας αυτού του κολοσσού ενεργειακών ποτών, της New York Red Bulls στις ΗΠΑ και της Μπραγκαντίνο, στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας. Ξανά από την αρχή, να χτίζει, να αποφασίζει. Όπως του αρέσει.

Όμως κάτι είχε ραγίσει μέσα του οριστικά με την Red Bull. Γι’ αυτό και την άφησε για να πάει στη Ρωσία.  Για τη Λοκομοτίβ Μόσχας. Τον Ιούλιο πήγε εκεί, με τριετή ορίζοντα. Ως γενικός δερβέναγας, με τον τίτλο του διευθυντή ποδοσφαίρου και ανάπτυξης. Αλλά όταν σε καλεί η Γιουνάιτεντ, να μας συμπαθά η ρωσική ομάδα, σύγκριση δεν υπάρχει.

Αγγλία, το άλμα του Ράνγκνικ για το γκράντε φινάλε

Οι συζητήσεις με τους παροικούντες το «Όλντ Τράφορντ» διεξάγονται υπό τη βάση να εκτελέσει χρέη προπονητή ως το τέλος της σεζόν και μετά να αναλάβει ρόλο συμβούλου στο οργανόγραμμα, εγγυημένα για τα 2 ή 3 επόμενα χρόνια. Θέμα χρόνου να ανακοινωθεί το deal.

Βασικά, πάει να κάνει κάτι που πολλάκις έχει αναλάβει στην καριέρα του. Αυτά τα πήγαινε-έλα μεταξύ της καθημερινότητας του πάγκου και αυτής του γραφείου, είναι η ζωή του όλη. Φόρμα και κοστούμι. Κοστούμι και φόρμα. Ελάχιστοι μπορούν να εναλλάσσουν αυτούς τους ρόλους με την άνεση που αυτός επιδεικνύει.

Και, μπορούμε να υποθέσουμε, θα είναι αυτός που θα διαλέξει το διάδοχό του. Το έκανε δις στη Λειψία. Πριν τον Νάγκελσμαν, είχε επιλέξει προσωπικά τον Ραλφ Χάζενχιτλ. Ακόμα μια μεγάλη του ανακάλυψη.

Αγγλία, συνεπώς. Το τεράστιο βήμα για τον Ράνγκνικ. Θα μπορέσει άραγε να σταθεί σε ένα περιβάλλον απείρως πιο ανταγωνιστικό από οτιδήποτε άλλο έχει βιώσει; Και μάλιστα στα 63 του; Μέχρι τώρα, υπήρξε ικανότατος, αλλά αναμφίβολα τον βοήθησε το timing. Δούλεψε τη στιγμή που έπρεπε στις ομάδες που έπρεπε. Καινοτόμος, τολμηρός και πάντα alert, μένει να δούμε αν έχει αφήσει το πιο γκράντε, για το φινάλε.