Ο ευφυής Ερίκ Καντόνα, ο δημιουργικός, ανοιχτόμυαλος κι ενίοτε τραχύς ανακοίνωσε ότι συμμετέχει στην εκστρατεία CommonGoal του Χουάν Μάτα που έχει ως σκοπό την οικονομική ενίσχυση ποδοσφαιρικών πρότζεκτ, τα οποία έχουν ως στόχο να εξυπηρετήσουν αδύναμες κοινωνικές ομάδες. Το 1% των κερδών των ποδοσφαιριστών που συμμετέχουν στο CommonGoal δίδεται ως δωρεά.

Ο ευφυής Ερίκ Καντόνα, ο δημιουργικός, ανοιχτόμυαλος κι ενίοτε τραχύς ανακοίνωσε ότι συμμετέχει στην εκστρατεία CommonGoal του Χουάν Μάτα που έχει ως σκοπό την οικονομική ενίσχυση ποδοσφαιρικών πρότζεκτ, τα οποία έχουν ως στόχο να εξυπηρετήσουν αδύναμες κοινωνικές ομάδες. Το 1% των κερδών των ποδοσφαιριστών που συμμετέχουν στο CommonGoal δίδεται ως δωρεά.

Ο «βασιλιάς Ερίκ» το έκανε με το δικό του ξεχωριστό τρόπο. Καμία έκπληξη ως προς αυτό.

Ο Γάλλος αποκάλυψε μια ιστορία της οικογένειάς του, προκειμένου να περάσει τα δικά του εξόχως σημαντικά κοινωνικά μηνύματα και να προσκαλέσει κι άλλους ποδοσφαιριστές να ενισχύσουν το έργο που εμπνεύστηκε ο Μάτα.

Βάλτε καφέ ή ό,τι άλλο θέλετε και διαβάστε με προσοχή τον ανατριχιαστικό, Ερίκ Καντονά.

«Θα πρέπει να γυρίσουμε πίσω στο 1939, στη διάρκεια του Εμφύλιου Πολέμου της Ισπανίας. Ο παππούς μου -από την πλευρά της μητέρας μου- ήταν ενάντια στο δικτάτορα Φράνκο», γράφει στην αρχή της ιστορίας του ο Καντονά. Εξήγησε ότι ο καταζητούμενος παππούς του αναγκάστηκε να πάρει μια απόφαση ζωής ή θανάτου μέσα σε λίγα λεπτά. Κατάλαβε ότι πρέπει να φύγει πρόσφυγας στη Γαλλία, περνώντας με τα πόδια τα Πυρηναία από τη Βαρκελώνη.

«Πριν φύγει πήγε να βρει το κορίτσι του. Τη ρώτησε: «Είσαι έτοιμη να με ακολουθήσεις;». Εκείνος ήταν 28 ετών. Εκείνη 18. Επρεπε να αφήσει πίσω της οικογένεια, φίλους τα πάντα. Αλλά του είπε: «Ναι, φυσικά!». Αυτή ήταν η γιαγιά μου. Εφτασαν στο κέντρο υποδοχής προσφύγων στο Αρζέλ σιρ Μερ. Εκει ήταν περισσότεροι από 100.000 Ισπανοί πρόσφυγες. Φαντάζεστε να τους γύριζαν πίσω; Ομως, όχι, έδειξαν συμπόνια. Η ανθρωπότητα πάντα πρέπει να δείχνει συμπόνια σε αυτόν που υποφέρει. Οι δικοί μου έφυγαν χωρίς να έχουν τίποτα και προσπάθησαν να αρχίσουν και πάλι τη ζωή τους. Επειτα από λίγο καιρό είχαν την ευκαιρία να δουλέψουν στην κατασκευή ενός φράγματος στο Σεντ Ετιέν. Αυτή είναι η ζωή των προσφύγων. Πηγαίνεις όπου πρέπει να πας. Κάνεις αυτό που πρέπει να κάνεις. Ετσι πήγαν κι έφτιαξαν τη ζωή τους μόνοι τους. Η μητέρα μου γεννήθηκε λίγα χρόνια μετά κι έπειτα η οικογένεια μετακόμισε στη Μασσαλία. Αυτή η ιστορία είναι στο αίμα μου. Με καθόρισε ως άνθρωπο. Αλλά υπάρχει μόνο στο μυαλό μου σαν όνειρο. Δεν υπάρχουν φωτογραφίες του αγώνα που έδωσαν, μόνο ιστορίες. Δεν υπάρχει κάτι από εκείνη την εποχή να αγγίξεις, να δεις.

Το 2007, βρέθηκε η περίφημη «Μεξικανική Βαλίτσα» του Ρόμπερτ Κάπα (Ούγγρος φωτογράφος που κάλυψε πέντε διαφορετικούς πολέμους) σε ένα σπίτι στο Μεξικό. Μέσα σε δύο κουτιά υπήρχαν 4.500 αρνητικά από τον Εμφύλιο της Ισπανίας. Τα έψαχναν για περισσότερα από 60 χρόνια. Κανείς δεν ξέρει πώς βρέθηκαν στο Μεξικό. Οταν έγινε η έκθεση πήγα με τη σύζυγό μου, στη Ν. Υόρκη. Οι περισσότερες φωτογραφίες ήταν πολύ μικρές κι έπρεπε να τις δεις με μεγεθυντικό φακό. Κάποιες, λίγες, ήταν σε φυσικό μέγεθος. Και τότε είδα τον παππού μου, ως νέο άνδρα. Πείστηκα ότι ήταν αυτός, αλλά δεν μπορούσα να είμαι απολύτως βέβαιος διότι δεν τον είχα δει πώς ήταν στα νιάτα του. Λίγους μήνες αργότερα η έκθεση ήρθε στη Γαλλία. Πήγα τη μητέρα μου να τη δει. Τη ρώτησα: «Είναι πράγματι αυτός;» και αποκρίθηκε: «Ναι, είναι αυτός. Είναι από τότε που περνούσαν από τα βουνά». Φανταστείτε να μην τα είχε καταφέρει ο παππούς μου. Να μην τον είχε ακολουθήσει η γιαγιά μου. Τότε, ίσως να μην είχε γεννηθεί η μητέρα μου, άρα κι εγώ.

Και οι παππούδες του πατέρα μου ήταν πρόσφυγες από τη Σαρδηνία, ξέφυγαν από τη φτώχεια το 1911. Υπάρχει μια φωτογραφία του 1956, με τον πατέρα μου και τους γονείς του σκεπασμένοι με κουβέρτες μέσα σε σπηλιά, όπου ζούσαν για δύο χρόνια μέχρι να χτίσει το σπίτι ο παππούς μου. Εφτιαχνε για χρόνια αυτό το σπίτι κι έπειτα των γονιών μου. Ο πατέρας μου το πρωί έχτιζε και το βράδυ δούλευε νοσοκόμος σε ψυχιατρική κλινική. Ακόμη κι αυτή η ιστορία έχει ξεχωριστή σημασία. Υπήρχε λόγος που δούλευε νοσοκόμος σε εξειδικευμένο νοσοκομείο. Ο νονός του ήταν ασθενής εκεί. Ηταν αδελφός του παππού μου. Ηταν φυλακισμένος επί πέντε χρόνια κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και υπέστη ψυχολογικό τραύμα από αυτή την εμπειρία.

Αυτή είναι η οικογένειά μου. Αυτή είναι η ιστορία μου. Αυτή είναι η ψυχή μου. Εχω ζήσει σε όλο τον κόσμο. Πέρυσι, απέκτησα ένα αγρόκτημα στη Σαρδηνία για να επανασυνδεθώ με την ιστορία της οικογένειάς μου. Πάντως, πάντα θα αγαπάω τη Μαρσέιγ με όλη μου την καρδιά διότι αυτές οι αναμνήσεις με καθόρισαν. Θα είμαι πάντα η πόλη μου.

Συχνά οι άνθρωποι με ρωτούν γιατί έπαιζα ποδόσφαιρο με τον τρόπο αυτό. Αυτή είναι η απάντηση.

Το ποδόσφαιρο δίνει νόημα στη ζωή, ναι. Αλλα και η ζωή δίνει νόημα στο ποδόσφαιρο. Ποτέ δεν είχα αναφερθεί σε αυτές τις ιστορίες. Ειδικά στο νονό του πατέρα μου. Είναι πολύ δύσκολο. Οταν μιλάω γι’ αυτό, είναι σαν να μιλούν άγγελοι για εμένα. Μοιράζομαι αυτές τις ιστορίες μου για έναν σημαντικό λόγο.

Ζούμε σε εποχές με φτώχεια, πόλεμο και προσφυγιά. Πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να διαθέσουν χρήματα ούτε για να πάρουν μια μπάλα. Ομως υπάρχουν άλλοι που έχουν 200 ευρώ για ένα εισιτήριο ενός αγώνα της Premier League ή 400 ευρώ για να βλέπουν τους αγώνες για ένα χρόνο στην τηλεόραση.

Το ποδόσφαιρο είναι ένας σημαντικός δάσκαλος για τη ζωή. Είναι μια από τις μεγαλύτερες εμπνεύσεις. Όμως, το μοντέλο πάνω στο οποίο λειτουργεί αγνοεί τόσο πολύ τον κόσμο.

Φτωχές γειτονιές χρειάζονται το ποδόσφαιρο, όσο το ποδόσφαιρο χρειάζεται τις φτωχές γειτονιές. Πρέπει να υποστηρίξουμε ένα πιο βιώσιμο, θετικό και χωρίς αποκλεισμούς ποδοσφαιρο και θα κάνω ό, τι μπορώ για να βοηθήσω.

Γι’ αυτό κι εγώ συμμετέχω στο CommonGoal. Η αποστολή του στόχου μας είναι να απελευθερωθεί το 1% των εσόδων της ποδοσφαιρικής βιομηχανίας για φιλανθρωπικά ιδρύματα σχετικά με το σπορ. Περισσότεροι από 60 ποδοσφαιριστές έχουν ήδη δεσμεύσει το 1% των μισθών τους σε αυτό το σκοπό. Το ωραίο είναι ότι πρόκειται για ποδοσφαιριστές από μεγάλα και μικρά κλαμπ, γυναίκες και άνδρες, από λίγκες σε όλον τον κόσμο.

Το ποδόσφαιρο πρέπει να είναι για τους ανθρώπους. Αυτό δεν πρέπει να είναι μια ουτοπική ιδέα. Δεν υπάρχει λόγος οι μεγάλοι πρωταγωνιστές του παιχνιδιού να μην ενωθούν και να μην υποστηρίξουν την κοινωνική πλευρά του ποδοσφαίρου.

Όλοι μας, είτε φτωχοί είτε πλούσιοι, είτε μετανάστες είτε 10ης γενιάς πολίτες, βρίσκουμε την ίδια απόλαυση στο ποδόσφαιρο. Μιλάμε την ίδια γλώσσα. Έχουμε το ίδιο συναίσθημα.

Συνέχεια μου κάνουν τις ίδιες ερωτήσεις για την καριέρα μου.

«Πώς ήταν να παίζω στη Γιουνάιτεντ; Πώς το έκανα τόσο καλά;». Θέλουν κάποια περίπλοκη απάντηση. Κάποιο μυστικό, εικάζω. Ομως, η απάντηση είναι πολύ απλή. Ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον ήταν αυθεντία σε ένα πράγμα: Οταν βγαίναμε στον αγώνα έπειτα από ώρες και ώρες δουλειάς μας επέτρεπε να είμαστε ελεύθεροι. Αισθανόμασταν απόλυτη ελευθερία να κινηθούμε όπως θέλουμε, να παίξουμε όπως θέλουμε.

Δεν θα μπορούσα να… συμβιβαστώ με το ποδόσφαιρο, διαφορετικά.

Τι είναι το ποδόσφαιρο αν δεν ελεύθερο;

Θέλω να ρωτήσω τους ποδοσφαιριστές, τους μάνατζερ, τους σπόνσορες, τους ανθρώπους του αθλήματος.

Τι είναι το ποδόσφαιρο αν δεν είναι ελεύθερο;

Τι είναι η ζωή δίχως ελευθερία;

Ποιο είναι το πραγματικό νόημα της ζωής;

Μπορούμε όλοι μαζί να κάνουμε περισσότερα για τον συνάνθρωπό μας.

Τώρα όλοι γνωρίζετε την ιστορία μου. Προέρχομαι από πρόσφυγες και επαναστάτες και εργάτες. Δεν είχα πολλά όταν ήμουν παιδί, αλλά για μένα, το νόημα της ζωής είναι ότι βρίσκουμε χαρά στις μικρές στιγμές. Για παράδειγμα ένα πικ νικ με την οικογένεια. Τρία ζευγάρια κάλτσες να γίνονται μια μπάλα δεμένη με κορδόνια παπουτσιού. Ποδόσφαιρο στον ήλιο κι έπειτα να ξαπλώσεις στο γρασίδι.

Όταν σταμάτησα το ποδόσφαιρο στην ηλικία των 30 ετών ξέρετε τι έκανα; Κάτι σημαντικό για εμένα. Πήγα να ζήσω στην πόλη, απ’ όπου έπρεπε να φύγουν οι παππούδες μου το 1939. Πήγα στη Βαρκελώνη».

Πηγή: theplayerstribune.com