menu

Παύλος Μελάς: Η ιστορία του, ο θάνατός του σαν σήμερα το 1904 και τα πρωτοσέλιδα της εποχής (Pics)

Συντάκτης Νίκος Μπουρλάκης Νίκος Μπουρλάκης
Παύλος Μελάς: Η ιστορία του, ο θάνατός του σαν σήμερα το 1904 και τα πρωτοσέλιδα της εποχής (Pics)

Σαν σήμερα σκοτώθηκε στη Σιάτιστα ο Παύλος Μελάς. Το σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα. Ολη του η πορεία και τα πρωτοσέλιδα τη μέρα του θανάτου του.

Ο Παύλος Μελάς υπήρξε μια από τις πλέον εμβληματικές μορφές του Μακεδονικού Αγώνα αφού το όνομά του ταυτίστηκε με αυτόν.

Σαν σήμερα, το 1904, ο Παύλος Μελάς άφησε την τελευταία του πνοή. Προδομένος από τον αρχικομιτατζή, Μήτρο Βλάχο ο οποίος ειδοποίησε τις οθωμανικές αρχές. Στη Σιάτιστα όπου είχε βρεθεί για να αναπαυθεί μαζί με τους άντρες του, επιχείρησαν περίπου 150 οθωμανοί, ως στρατιωτικό απόσπασμα.

Ο Μελάς, με το όνομα «Καπετάν Μίκης Ζέζας» ήταν εκεί με ένοπλο σώμα 35 ανδρών. Το αποτελούσαν Μακεδόνες, Μανιάτες και Κρητικοί. Χωρίς κανένα φόβο, πέρασαν τα ελληνοθωμανικά σύνορα (σημείωση: Η Μακεδονία ήταν τότε έδαφος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας).

Στη συμπλοκή που έγινε στη Σιάτιστα ο Παύλος Μελάς τραυματίστηκε σοβαρά στην οσφυϊκή χώρα. Μισή ώρα μετά, εξέπνευσε.

Μάλιστα οι συμπολεμιστές του, απέκοψαν το κεφάλι του το οποίο ετάφη στο ναό της Αγίας Παρασκευής στο Πισοδέρι. Το σώμα του παραδόθηκε από τις οθωμανικές αρχές στον μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό  και τάφηκε στον βυζαντινό ναό των Ταξιαρχών στην Καστοριά.

Εκεί είναι η τελευταία κατοικία της συζύγου του, Ναταλίας ενώ εκεί αναπαύεται και η κάρα της κόρης του.

Στη χώρα μας,  θεωρείται σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα, και πολλά προσωπικά του αντικείμενα εκτίθενται τώρα στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα Θεσσαλονίκης και στο μουσείο «Παύλος Μελάς» στην Καστοριά.

Σήμερα, το όνομα του φέρει προς τιμή του το χωριό Στάτιστα. Ενώ πλήθος προτομών του στολίζουν πλατείες πόλεων. Μεταξύ των οποίων στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, την Κοζάνη και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.

Στη Θεσσαλονίκη, μετά το πρόγραμμα Καλλικράτης, οι δήμοι Σταυρούπολης, Πολίχνης και Ευκαρπίας ενώθηκαν σε ένα δήμο με την ονομασία Παύλος Μελάς.

Ο μεγάλος Μελάς, γεννήθηκε στη Μασσαλία στις 29 Μαρτίου του 1870.

Ηταν ένα από τα επτά παιδιά του Ηπειρώτη έμπορου Μιχαήλ Μελά και της Ελένης Βουτσινά, κόρης εύπορου Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό.

Η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τον Παρακάλαμο Πωγωνίου της Ηπείρου, όπου ακόμα σώζονται τα ερείπια του οικογενειακού πύργου.

Η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1874.

Εκείνη την περίοδο, το κύριο εθνικό και πολιτικό ιδεολογικό ρεύμα στην Ελλάδα ήταν η Μεγάλη Ιδέα. Δηλαδή η διεύρυνση των ελληνικών συνόρων ώστε να λυτρωθούν οι ελληνικοί πληθυσμοί που βρίσκονταν υπό ξένη κατοχή και κυριαρχία.

Ο πατέρας του Παύλου Μελά ήταν ένθερμος υποστηρικτής της Ιδέας. Και για το σκοπό αυτό δαπάνησε τεράστιο μέρος της περιουσίας του. Ασχολήθηκε με τα κοινά, υπήρξε Δήμαρχος Αθηναίων αλλά και Βουλευτής Αττικής.

Το 1896 έγινε πρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας. Μιας μυστικής οργάνωσης της οποίας ήταν μέλος και ο γιός του, Παύλος.

Ο οποίος το 1886 εισήχθη στη Σχολή Ευελπίδων από την οποία αποφοίτησε το 1891 με το βαθμό του ανθυπολοχαγού.

Η γνωριμία του με τη Ναταλία Δραγούμη, αδερφής του Ίωνα (αργότερα έγινε πρωθυπουργός της χώρας) ηταν σημαντική. Όχι μόνο διότι έγινε σύζυγός του αλλά κυρίως επειδή ενστερνίστηκαν τα ίδια ιδανικά. Η Ναταλία τα είχε πάρει από τον πατέρα της, Στέφανο.

Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1896 η Εθνική Εταιρεία είχε ξεκινήσει να αποστέλλει πολυάριθμα σώματα ατάκτων πολεμιστών στη Μακεδονία. Αλλά έπαυσε τις δραστηριότητές της μετά την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης.

Το πρωτοσέλιδο της εδημερίδας Ακρόπολις για το θάνατο του Παύλου Μελά

Στις 31 Ιανουαρίου του 1897 ο Μελάς υπηρετούσε ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Όταν τον κάλεσαν να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού.

Υπό την πίεση της Εθνικής Εταιρείας και ενάντια στη θέληση των Μεγάλων Δυνάμεων, η ελληνική κυβέρνηση είχε αποφασίσει να στείλει εκστρατευτικό σώμα στην Κρήτη για την στήριξη της εκεί επανάστασης.

Ο Μελάς απογοητευμένος έμαθε πως η μονάδα του δεν περιλαμβανόταν στο εκστρατευτικό σώμα. Την επόμενη ημέρα όμως ανακοινώθηκε πως η πεδινή πυροβολαρχία υπό τη διοίκηση του πρίγκηπα Νικολάου, στην οποία υπηρετούσε, θα μετέβαινε στη Λάρισα.

Στις 16 Φεβρουαρίου η μονάδα αναχώρησε με πλοίο από τον Πειραιά και μέσω Χαλκίδας και με το σιδηρόδρομο από το Βόλο έφτασε στη Λάρισα.

Από τη Λάρισα πήγε στο Βόλο, απ’ όπου με ευθύνη του Μελά και την κάλυψη ανωτέρων του, οργανώθηκε η μετακίνηση με μια αμαξοστοιχία 55 βαγονιών ως τα ελληνοοθωμανικά σύνορα ατάκτων της Εθνικής Εταιρείας που σκόπευαν να εισβάλλουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία για να προκαλέσουν πόλεμο.

Καθώς δεν είχε υπακούσει σε διαταγή του διοικητή του, Νικόλαου Ζορμπά, να επιστρέψει στη Λάρισα, αλλά παρουσιάστηκε με δύο μέρες καθυστέρηση, φυλακίστηκε ως τις 5 Απριλίου.

Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Αθήναι για τον θάνατο του Παύλου Μελά

Η αποτυχημένη εισβολή Ελλήνων άτακτων στη Μακεδονία στις 9 Απριλίου έδωσε στην οθωμανική κυβέρνηση την αφορμή που αναζητούσε. Ανακοινώθηκε η διακοπή των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών και η κήρυξη πολέμου.

Ο Μελάς, πριν την έναρξη του πολέμου, ανέμενε να καταληφθεί η Θεσσαλονίκη, ενώ στα ημερολόγια του εμφανίζεται ενθουσιασμένος από την έναρξη των εχθροπραξιών.

Ενώ η μονάδα του βρισκόταν στα σύνορα, ο ίδιος παρέμενε στη Λάρισα, όπου πληροφορήθηκε την κατάρρευση του μετώπου. Η γρήγορη αρνητική τροπή των πραγμάτων, η άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού και η εκκένωση της Λάρισας απογοήτευσαν το Μελά.

Μη αντιλαμβανόμενος την ελληνική επιχειρησιακή ανεπάρκεια, καταφερόταν εναντίον των πολιτικών και ανώτερων αξιωματικών (πλην του διαδόχου), τους οποίους θεωρούσε υπεύθυνους για την απουσία ελληνικών νικών.

Παρακολούθησε τη μάχη των Φαρσάλων και τη μάχη του Δομοκού. Δύο μέρες αργότερα, στις 7 Μαΐου, το σύνταγμά του στρατοπέδευσε στην Αλαμάνα, αλλά ο γιατρός είδε το Μελά εξαντλημένο και τον έστειλε στη Λαμία.

Με τη συνοδεία ενός φίλου του ο Μελάς μετέβη στην Αγία Μαρίνα. Οπου ελλιμενίστηκε το πλωτό νοσοκομείο Θεσσαλία, στο οποίο υπηρετούσε ως εθελόντρια νοσοκόμα η σύζυγός του Ναταλία.

Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Εμπρός για το θάνατο του Παύλου Μελά

Μαζί επέστρεψαν στο οικογενειακό του σπίτι στην Αθήνα, όπου παρέμεινε για μία εβδομάδα, και στη συνέχεια ζήτησε και επέστρεψε στη Λαμία.

Τον Ιούνιο έλαβε μήνυμα ότι ο πατέρας του ασθενούσε και επέστρεψε στην Αθήνα. Στις 17 Ιουνίου, δυο μέρες μετά την άφιξη του Παύλου, ο Μιχαήλ Μελάς πέθανε περίλυπος για την ελληνική ήττα.

Στο φέρετρο του πατέρα του ο Μελάς ορκίστηκε να προσφέρει τη ζωή του στην πατρίδα.

Το 1898 ο Μελάς υπηρέτησε στη Θεσσαλία, αρχικά για την ανακατάληψη των πόλεων από τις οποίες αποχωρούσε ο οθωμανικός στρατός και έπειτα ως συνοδός της περιοδείας μιας επιτροπής της βασίλισσας Όλγας που κατέγραφε το μέγεθος των καταστροφών του πολέμου.

Ο Μελάς στις υποθέσεις της Μακεδονίας

Φέροντας τύψεις για την έκβαση του πολέμου του 1897, ο Μελάς αναμίχθηκε έντονα στις μακεδονικές υποθέσεις.

Συμμετείχε από τους πρώτους στο ιδρυθέν το 1900, Μακεδονικό Κομιτάτο για την προώθηση της ελληνικής επιρροής στην περιοχή της Μακεδονίας, ως αντίδραση στη δράση των Βούλγαρων κομιτατζήδων.

Έτσι από τον Φεβρουάριο του 1904 ο Παύλος Μελάς έσπευσε με άλλους τρεις αξιωματικούς, τους Α. Κοντούλη, Α. Παπούλα και Γ. Κολοκοτρώνη, προς επιτόπια μελέτη της κατάστασης.

Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας ΑΣΤΥ για το θάνατο του Παύλου Μελά

Αποτυγχάνοντας σε εκείνη την πρώτη προσπάθεια, επανήλθε τον Ιούλιο του ίδιου έτους. Οπότε και εισήλθε στη Μακεδονία ως ζωέμπορος με το όνομα «Πέτρος Δέδες».

Μετά από 20ήμερη παραμονή συναντήθηκε με τον Έλληνα πρόξενο, Λάμπρο Κορομηλά, στη Θεσσαλονίκη ανταλλάσσοντας σκέψεις για ανάληψη επιχειρήσεων και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αθήνα.

Ύστερα από παρέμβαση της ελληνικής κυβέρνησης ο Μελάς ανέλαβε την αρχηγία του Μακεδονικού αγώνα ενάντια στους Βούλγαρους με την εντολή να ασκεί καθήκοντα αρχηγού και στις μικρότερες ομάδες που δρούσαν εν τω μεταξύ στις περιφέρειες Μοναστηρίου και Καστοριάς.

Τη νύχτα της 27ης με 28ης Αυγούστου ο Παύλος Μελάς με το επιχειρησιακό όνομα «Καπετάν Μίκης Ζέζας», με ένοπλο σώμα 35 ανδρών, που το αποτελούσαν Μακεδόνες, Μανιάτες και Κρητικοί, διέβη τα ελληνοοθωμανικά σύνορα και εισέβαλε στα εδάφη της Μακεδονίας, κοντά στο Όστροβο (σημερινή Άρνισσα).

Στις 30 Αυγούστου ο ληστής Θανάσης Βάγιας, τον οποίο ο Μελάς είχε προσλάβει ως οδηγό, λιποτάκτησε και στη συνέχεια κατέδωσε το σώμα του Μελά στους Οθωμανούς. Τις επόμενες μέρες, το σώμα του Μελά περιπλανήθηκε στην περιοχή της Σαμαρίνας, με τον ασυνήθιστο σε κακουχίες Μελά να καταπονείται ιδιαίτερα. Στις 5 Σεπτεμβρίου, ύστερα από πορεία πολλών ημερών όπου αντιμετώπισαν την καχυποψία του τοπικού πληθυσμού, ο Μελάς και οι σύντροφοι του έφθασαν στο χωριό Ζάνσκο όπου τους βοήθησε και εφοδίασε πρόσωπο της εμπιστοσύνης τους.

Στις 15 Σεπτεμβρίου ο Μελάς πραγματοποίησε την πρώτη του επιχείρηση. Συνέλαβε έξω από το Σρέμπερνο έναν ηλικιωμένο και δύο παιδιά 8 και 15 ετών και στην συνέχεια τον καταζητούμενο πατέρα του 15χρονου. Νωρίς το βράδυ, το σώμα εισέβαλε στο χωριό και συνέλαβε ακόμα έναν καταζητούμενο εξαρχικό.

Αποφάσισε τελικά να μην σκοτώσει τους δύο καταζητούμενους υπό τον όρο πως θα πήγαιναν στην ελληνική Μητρόπολη και θα δήλωναν υποταγή στον εκεί Μητροπολίτη. Στις 17 Σεπτεμβρίου προσπάθησε να οργανώσει επίθεση στο χωριό Άιτος καθώς ήταν κέντρο εξαρχικών αυτονομιστών, όμως η απροθυμία συνεργασίας του ντόπιου συνεργάτη του τού άλλαξε τα σχέδια και αποφάσισε να επιτεθεί στο γειτονικό χωριό Πρεκοπάνα (σημερινή Περικοπή).

Εκεί περικύκλωσε τον τοπικό πληθυσμό που εκείνη την ώρα παρακολουθούσε μια κηδεία. Κι απαίτησε να δηλώσουν πίστη στον Έλληνα Μητροπολίτη και να ζητήσουν την αποστολή ιερέα και δασκάλου.

Για να γίνει πιστευτή η απειλή του πήρε μαζί του τον εξαρχικό δάσκαλο και τον εξαρχικό παπά, τους οποίους οι συνεργάτες του εκτέλεσαν λίγο έξω από το χωριό. Η δολοφονία φαίνεται να συγκλόνισε τον Μελά.

Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας ΕΣΤΙΑ για το θάνατο του Παύλου Μελά

Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο χωριό Μπελκαμένη. Όπου τους υποδέχτηκαν μυστικά Έλληνες του χωριού.

Το απόγευμα της επόμενης μέρας το σώμα μπήκε στο χωριό και υποχρέωσε τον Ρουμάνο δάσκαλο σε φυγή. Νωρίς το βράδυ, το σώμα κατευθύνθηκε για να χτυπήσει το σλαβόφωνο χωριό Νερέτ (σημερινός Πολυπόταμος).

Την επόμενη μέρα όμως, τα σχέδια τους ανατράπηκαν, όταν συνειδητοποίησαν πως στο χωριό βρισκόταν σημαντική δύναμη του οθωμανικού στρατού. Κατά τη διάρκεια της άτακτης φυγής, τραυματίστηκε θανάσιμα ο συνεργάτης του Μελά, Θανάσης Καπετανόπουλος.

Ο Μελάς τον σκέπασε με την κάπα του, στην οποία είχε αφήσει από αμέλεια ένα γράμμα του Καπετανόπουλου προς τον Δημήτριο Καλλέργη, τον Έλληνα πρόξενο στο Μοναστήρι. Η εύρεση της επιστολής θα οδηγούσε αργότερα σε διάβημα της Υψηλής Πύλης προς την ελληνική κυβέρνηση και την ανάκληση του Καλλέργη.

Ύστερα από το επεισόδιο αυτό, το σώμα του Μελά κράτησε χαμηλό προφίλ και για αρκετές μέρες έμεινε στη Νεγοβάνη (σημερινό Φλάμπουρο).

Και φτάσαμε στις 12 Οκτωβρίου με το θάνατο που περιγράψαμε.

Γύρω από το σώμα του νεκρού Παύλου Μελά εκτυλίχθηκε μια διπλωματική επιχείρηση για την παραλαβή και ενταφιασμό του.

Οι Έλληνες δεν ήθελαν να γίνει γνωστή στους Οθωμανούς η ταυτότητα και το στρατιωτικό αξίωμα του νεκρού, διότι αυτό θα δημιουργούσε διπλωματική κρίση. Αρχικά, ο νεκρός θάφτηκε από τους χωρικούς έξω από τη Στάτιστα ενώ οι Οθωμανοί δεν γνώριζαν την ταυτότητά του.

Αργότερα, ο Ντίνας απεσταλμένος της ελληνικής πλευράς (πιθανώς του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη ή του οπλαρχηγού Κύρου) επιχείρησε να ξεθάψει και να μεταφέρει αλλού τον νεκρό.

Στο μεταξύ όμως, ο θάνατος του Μελά είχε μαθευτεί στην Αθήνα.Και η εκεί οθωμανική πρεσβεία ειδοποίησε τις αρχές της Θεσσαλονίκης να βρουν το πτώμα ώστε να το χρησιμοποιήσουν σαν απόδειξη της ελληνικής επέμβασης σε οθωμανική επικράτεια. Έτσι, ενώ ο Ντίνας έκανε την εκταφή, εμφανίστηκε οθωμανικός στρατός.

Τότε, έκοψε βιαστικά το κεφάλι του νεκρού και έφυγε. Το κεφάλι τάφηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη του Ναού της Αγίας Παρασκευής στο χωριό Πισοδέρι. Ενώ οι Οθωμανοί πήραν το ακέφαλο σώμα και το πήγαν στην Καστοριά για αναγνώριση.

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης, που γνώριζε τα πάντα, κινητοποίησε τη νεολαία της Καστοριάς που περικύκλωσε το Διοικητήριο και απαιτούσε να τους δοθεί το σώμα «κάποιου Ζέζα» που ήταν Έλληνας. Ο Μητροπολίτης, προειδοποιώντας ότι μπορεί να συμβούν ταραχές που θα έβλαπταν την ειρηνική συμβίωση Τούρκων και Ελλήνων κατάφερε να του δοθεί το σώμα. Το οποίο και τάφηκε στο παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών κοντά στο Μητροπολιτικό Μέγαρο Καστοριάς.

Ο θάνατος του Μελά, γόνου μιας από τις σημαντικότερες ελληνικές οικογένειες, πήρε μεγάλη δημοσιότητα και συγκλόνισε την κοινή γνώμη της εποχής. Υπό την πίεση των γεγονότων η ελληνική κυβέρνηση ωθήθηκε να συμμετάσχει πιο ενεργά στον Μακεδονικό Αγώνα ενώ αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των εθελοντών.

Ο Παύλος Μελάς, παρά τη μικρή του συμβολή στο στρατιωτικό σκέλος των ελληνικών επιχειρήσεων στη Μακεδονία, χάρη στη στάση του και την εκτεταμένη δημοσιότητα που απέκτησε ο θάνατός του, αποτέλεσε υπόδειγμα γενναιότητας και αυταπάρνησης για την απελευθέρωση της πατρίδας στην ελληνική ιστορία.

Το ποίημα του μεγάλου Κωστή Παλαμά για τον Παύλο Μελά είναι ανατριχιαστικό σε κάθε του στίχο:

«Σε κλαίει λαός

Σε κλαίει λαός πάντα χλωρό

Να σειέται το χορτάρι

Στον τόπο που σε πλάγιασε

Το βόλι, ω παλικάρι

Πανάλαφρος ο ύπνος σου

Τ’ Απρίλη τα πουλιά

Σαν του σπιτιού σου να τ’ ακούς

Λογάκια και φιλιά

Και να σου φτάνουν του Χειμώνα οι καταρράχτες

Σαν τουφεκιού αστραπόβροντα και σαν πολεμοκράχτες

Πλατειά του ονείρου μας η γη

Κι απόμακρη και γέρνεις

Εκεί και σβεις γοργά ιερή στιγμή

Δημοφιλη Αρθρα