Συνέντευξη του βετεράνου άσου του «τριφυλλιού» για το επίτευγμα της σεζόν 1963-64

Ο Αριστείδης Καμάρας είναι πάντα ευδιάθετος. Παρά την πρόσφατη επέμβαση που υποβλήθηκε. Ευγενής, σεμνός και με μνήμη που θα ζήλευε… 20χρονος. Αν και, εδώ που τα λέμε, το επίτευγμα του Παναθηναϊκού της σεζόν 1963-64 δεν θα ξεχαστεί ποτέ…

Δεν είναι ένας τυχαίος βετεράνος άσος. Αποτελεί τον παίκτη που με το γκολ του επί του Ερυθρού Αστέρα έστειλε το “τριφύλλι” στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών της σεζόν 1970-71. Επιπλέον, ήταν μέλος της ομάδας που κατέκτησε το αήττητο πρωτάθλημα της σεζόν 1963-64.

Βασικό στέλεχος της φουρνιάς που προετοίμασε το έδαφος για την υπέρτατη ελληνική ποδοσφαιρική επιτυχία σε συλλογικό επίπεδο.

Ιδού όσα είπε στο Sportime o εμβληματικός άσος του Παναθηναϊκού:

– Πώς μπήκαν οι βάσεις για την επιτυχία της σεζόν 1963-64;

«Ο Παναθηναϊκός κατέκτησε το πρώτο πρωτάθλημα της Α’ Εθνικής το 1959-60 με τρεις πρώην παίκτες του στον πάγκο: τον Αντώνη Μηγιάκη, τον Νίκο Σίμο και τον Οδυσσέα Τσούτσο. Τότε μπήκαν οι βάσεις και χάρη στις μεταγραφές που έκανε ο Αντώνης Μαντζεβελάκης, η ψυχή της ομάδας, το ρόστερ δυνάμωσε».

– Ποιοι παίκτες ήρθαν εκείνη την εποχή;

«Το 1961 πήγα εγώ με τον Γιάννη Χολέβα. Μετά ήρθαν ο Κώστας Τουμπέλης, ο Τάκης Λουκανίδης… Η ΑΕΚ είχε αγκαλιάσει τον Λουκανίδη, αλλά ο Μαντζεβελάκης τον «φυγάδευσε» στον ΑΠΟΕΛ χάρη σε μια διάταξη τότε που σου έδινε το δικαίωμα να πας σε ξένη ομάδα. Επειτα ήρθε ο Παπουλίδης, ένα από τα καλύτερα σέντερ μπακ που έχω δει, ο Γιαννακόπουλος…».

 

Το στοίχημα με τον Μπόμπεκ

– Ο Παναθηναϊκός κατέκτησε τρία σερί πρωταθλήματα και έχασε ένα σε αγώνα-μπαράζ με την ΑΕΚ το 1963.

«Ναι, το περίφημο 3-3. Είχε αποχωρήσει ο μεγάλος Κώστας Λινοξυλάκης, αλλά είχε επιστρέψει για το μπαράζ. Γενικώς, η ομάδα είχε χάσει λίγο τον ρυθμό της. Θυμάμαι και το γκολ του Βαγγέλη Πανάκη που ακυρώθηκε. Εν πάση περιπτώσει, αυτή η απώλεια του τίτλου είχε ως αποτέλεσμα να απομακρυνθεί ο Χάρι Γκέιμ».

– Και ήρθε ο Στιέπαν Μπόμπεκ…

«Ναι. Τεράστιος παίκτης και αρχηγός της εθνικής Γιουγκοσλαβίας. Αποτέλεσε μέρος ενός σπουδαίου «τετραγώνου» με Τσαϊκόφσκι, Σιμονόφσκι και Βούκας. Ο Μπόμπεκ εφάρμοσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 4-3-3. Είχε την καινοτομία με τα δύο μπακ που μετατρέπονταν σε κυνηγούς. Είχαμε σκαρώσει κι ένα στοίχημα. Μου έλεγε ‘όλο πας μπροστά και κάνεις σέντρες, αλλά γκολ δεν βάζεις’. Τελικά έβαλα 2 τη σεζόν 1964-65 και κάπου τόσα στο Κύπελλο».

– Πού έπαιζε ο καθένας;

«Τέρμα αρχικά ο Βουτσαράς και μετά ο Οικονομόπουλος. Αρχικά, δεξί μπακ έπαιζα εγώ, με σέντερ μπακ τον Παπουλίδη και αριστερό μπακ τον Ανδρέου. Τριάδα στο κέντρο ήταν ο Πιτυχούτης, ο Παπαεμμανουήλ και ο Δομάζος. Επίσης, ο Λουκανίδης έπαιζε «τεσσάρι» και ο νεαρός τότε Σούρπης. Μπροστά αγωνίζονταν οι Χολέβας που ήταν σπουδαίος κεφαλοσφαιριστής ή ο Παναγιωτίδης, σέντερ φορ ο Πανάκης και έξω αριστερά ο Λώρης Θεοφάνης. Υπήρχαν επίσης ο Τουμπέλης, ο Γιαννακόπουλος…».

 

«Νέα γενιά φιλάθλων»

– Ολοι θυμούνται το 1-0 στο Στάδιο Καραϊσκάκη. Ποια ήταν τα υπόλοιπα ματς-κλειδιά στον δρόμο για τον τίτλο;

«Νικήσαμε σε όλα τα ματς της Θεσσαλονίκης. Τον ΠΑΟΚ σε ένα επεισοδιακό παιχνίδι, τον Ηρακλή, τον Απόλλωνα Καλαμαριάς στο γήπεδο της Τούμπας, τον Αρη στο Καυτανζόγλειο…».

– Γιατί παίξατε με τον Αρη στο Καυτανζόγλειο;

«Διότι, ήθελαν να κόψουν περισσότερα εισιτήρια. Τότε, μην ξεχνάς ότι οι ομάδες έβγαζαν χρήματα σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από τα εισιτήρια. Ανθιζε και η «μαύρη αγορά» εκείνη την εποχή».

– Για το περίφημο 1-0 στο Στάδιο Καραϊσκάκη τι θα θέλατε να πείτε;

«Δεν κάναμε κάποια ειδική προετοιμασία. Φυσικά, τα συγκεκριμένα ματς είναι πάντα ιδιαίτερα από τη φύση τους. Εννοείται πως ήθελα να μας νικήσουν και για να μας σπάσουν το αήττητο, αλλά τελικά σκοράραμε με τον Βαγγέλη Πανάκη και κλείσαμε ιδανικά τη χρονιά. Θυμάμαι ότι κάναμε πολλές ώρες για να φτάσουμε από το Φάληρο στην Αθήνα επειδή ο κόσμος ήταν παραταγμένος γύρω-γύρω στους δρόμους που περνούσε το πούλμαν».

– Τι αντίκτυπο είχε τότε το αήττητο πρωτάθλημα;

«Γενικώς εκείνα τα μαζεμένα πρωταθλήματα έφτιαξαν μια νέα γενιά φιλάθλων του Παναθηναϊκού. Θυμάμαι την υποδοχή στις επαρχιακές πόλεις. Ερχόταν πολύς κόσμος ακόμη και στις προπονήσεις μας. Μέχρι και μαθητές του Γυμνασίου με πηλίκια. Στα ξενοδοχεία, παντού…».