×

Sportime BET

ΠαραFootball

Editorial

Στοίχημα



«Μπαίνοντας στο Skydome χάνεις τη μιλιά σου. Εκείνο ήταν που με είχε συνεπάρει. Δεν εντυπωσιάζομαι ιδιαίτερα, αλλά εκείνο το αχανές γήπεδο ήταν…. Τότε μάθαμε τι σημαίνει να αγωνίζεσαι σε ένα γήπεδο που έχει την ονομασία του θόλου (σ.σ.: dome).

Θυμάμαι, είχαμε πάει στις Ηνωμένες Πολιτείες για το τελευταίο στάδιο της προετοιμασίας μας. Για να δώσουμε κάποια παιχνίδια και να μπούμε στο κλίμα.

Μόνο που στις ΗΠΑ πήγαμε με έναν προπονητή και στον Καναδά με άλλον!

Υπήρχε ένα δίλημμα. Ή ο Ευθύμης Κιουμουρτζόγλου ή ο Παναγιώτης Φασούλας. Όταν υπάρχει ένα τέτοιο δίλημμα, σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μικρό.

Κατέληξε στην απομάκρυνση του προπονητή, άλλωστε. Με τον Μάκη Δενδρινό να αναλαμβάνει το πόστο του προπονητή.

Βρισκόμουν μόλις για 2η φορά στη δωδεκάδα της Εθνικής, οπότε δεν θα είχα καμία σχέση με όποια απόφαση μπορούσε να παρθεί.

Αλλά κάτι τέτοιο δεν το είχα ζήσει ξανά.

Η ιστορία… έσκασε ξανά. Είχαμε ρεπό. Και τότε το ρεπό σήμαινε απόλυτη ελευθερία. Κανείς δεν έγινε λογαριασμό τι θα κάνει.

Ο καθένας έκανε ό,τι ήθελε. Κανείς δεν μας ρωτούσε τι θα κάνουμε και είχαμε σχεδόν απόλυτη ελευθερία να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Υπήρχε διαφορετική νοοτροπία εκείνα τα χρόνια.

Πρώτος αντίπαλός μας στο Μουντομπάσκετ του 1994 ήταν η Γερμανία. Ξέραμε ότι αυτό το παιχνίδι θα ήταν το… κλειδί για τη συνέχεια.

Αν κερδίζαμε θα ελπίζαμε, αν χάναμε θα είχαμε μεγάλο πρόβλημα.

Η προετοιμασία και τα φιλικά παιχνίδια μας, μας έδειχναν πως βρισκόμασταν σε καλό επίπεδο.

Μπορούσαμε να κερδίσουμε τη Γερμανία. Το ξέραμε.

Την ίδια στιγμή, η Γερμανία είχε κάποια καλά αποτελέσματα στα φιλικά παιχνίδια της. Ίσως αυτό να έφερε μία παραπάνω πίεση στον Ευθύμη. Το έβλεπε από τη δική του πλευρά και δεν ήθελε χαλαρότητα, ακόμη και στο ρεπό μας.

Κάπως έτσι, δημιουργήθηκε το θέμα με τον Παναγιώτη.

Ή εγώ ή αυτός!

Η απάντηση δόθηκε.

Και τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Ο Ευθύμης Μπακατσιάς κόντρα στη Γερμανία.

Κόντρα στη Γερμανία ο Παναγιώτης, ο άμεσα εμπλεκόμενος στο δίλημμα, ήταν ο καλύτερος παίκτης μας. Έκανε ένα εξαιρετικό τουρνουά στον Καναδά! Όπως είχε κάνει και έναν χρόνο νωρίτερα στο Ευρωμπάσκετ της Γερμανίας.

Αν δεν κερδίζαμε τη Γερμανία, δεν θα φτάναμε ποτέ απέναντι στις ΗΠΑ.

Dream Team, έστω και Νο2. Μία από τις τελευταίες, πραγματικά, ομάδα όνειρο. Μετά από ένα σημείο η διαδικασία άρχισε να… ξεφτίζει.

Και οι ίδιοι οι Αμερικανοί το κατάλαβαν και έπαψαν να ονομάζουν έτσι τις ομάδες του.

Το περιμέναμε. Το θέλαμε. Αλλά όσο πιο αργά γινόταν.

Μόνο όταν φτάσαμε στον ημιτελικό και τους είχαμε απέναντί μας αρχίσαμε να μιλάμε γι’ αυτούς.

Θα ήταν τέλειο να τους αντιμετωπίζαμε νωρίτερα, αλλά ήταν πιο γλυκό που είχαμε καταφέρει να φτάσουμε ένα βήμα πριν τον τελικό!

Ξέραμε ότι δεν ήταν δυνατόν να τους νικήσουμε. Ξέραμε ότι  θα ήταν ένα πολύ ωραίο παιχνίδι.

Ήταν άνευ ουσίας, αλλά όχι άνευ σημασίας. Το βλέπαμε σαν έναν αγώνα επίδειξης.

Πρέπει να είμαστε άνετοι, σε καλή κατάσταση και να δώσουμε ό,τι καλύτερο έχουμε.

Σε εκείνο το ματς έβαλα 12 πόντους. Και ήμουν ο πρώτος σκόρερ της Ελλάδας. Μικρή σημασία έχει. Αλλά μάλλον μου αρέσουν τα παιχνίδια επίδειξης.

Μέσα από το παιχνίδι έχουν δημιουργηθεί κάποιοι μύθοι. Για παράδειγμα, πως με ένα δικό μου λέι απ το σκορ έγινε 17-14 υπέρ της Ελλάδας.

Μακάρι να ήταν έτσι, αλλά θα το… χαλάσω. Το λέι απ ανήκει στον Παναγιώτη Γιαννάκη.

Θυμάστε την χαρακτηριστική κίνηση του Παναγιώτη, που με τις κινήσεις των χεριών του απαιτεί από τον κόσμο να ξεσηκωθεί;

Την έκανε σε εκείνο το σημείο, με το σκορ στο 17-14. Και αν ο Παναγιώτης ήταν στο παρκέ, σημαίνει πως εγώ ήμουν στον πάγκο….

Σε εκείνον τον ημιτελικό είχα χρεωθεί το μαρκάρισμα του Ρέτζι Μίλερ. Είχαμε και μία αψιμαχία….

Στην πρώτη φάση του έκλεψα τη μπάλα. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ίσως αυτό να τον ενόχλησε. Στις επόμενες φάσεις που έκανε δύο σκληρά φάουλ, το δεύτερο ήταν αντιαθλητικο.

Η μπάλα έφτασε στα χέρια μου και του την πέταξα. Και κάπως έτσι είχαμε την… κοκορομαχία μας.

Τα ματς απέναντι σε μία ομάδα των Ηνωμένων Πολιτειών αποτελούν ορόσημο. Για τη χώρα και για τους παίκτες.

Όλοι τη θέλαμε απέναντι μας. Παρακολουθούσαμε τα παιχνίδια τους στο ξενοδοχείο. Τους γνωρίζαμε έτσι και αλλιώς.

Δεν τους βλέπαμε με δέος. Προσπαθούσαμε να κάνουμε περισσότερο πλάκα. Ειδικά σε αυτούς που θα είχαν να αντιμετωπίσουν τον Σακίλ Ο’ Νιλ. Τον βλέπεις και ξέρεις ότι θέλεις… δύο μέρες για να μπορέσεις να τον κυκλώσεις.

Ποτέ δεν είπαμε «πω πω τι θα πάθουμε…». Ολοι μας παίζαμε σε καλές ομάδες.

Αλλά αν βλέπεις τον Σακίλ ή τον Αλόνζο Μόρνινγκ και είναι σαν… ντουλάπες ξέρεις ότι είναι δύσκολο.

Θυμάμαι, λέγαμε, μεταξύ σοβαρού και αστείου τι θα συνέβαινε αν ο Χρήστος Τσέκος χτυπούσε πάνω στον Σακίλ Ο’ Νιλ . Ποιος θα επικρατούσε…

Σε αυτά τα ματς θέλεις να μπεις και να μην ξεφτιλιστείς. Να μη σε διαλύσουν.

Αν ο αγώνας σε βοηθήσει, μπορείς να βγάλεις μερικές ωραίες φάσεις.

Μπακατσιάς

Ο Ευθύμης Μπακατσιάς απέναντι στο Πουέρτο Ρίκο.

Εκείνο το 40-30 στο ημίχρονο, ενός ημιτελικού Μουντομπάσκετ, ήταν ιδιαίτερα κολακευτικό.

Μετά η διαφορά άνοιξε. Ήταν λογικό και αναμενόμενο. Έπρεπε να γίνει συντήρηση για όσους είχαν τραβήξει… κουπί στο τουρνουά.

Είχαμε έναν στόχο, το μετάλλιο στον μικρό τελικό.

Στο τέλος καταφέραμε να κρατήσουμε τις ΗΠΑ κάτω από τους 100 πόντους. Όχι και άσχημα, αφού ήμασταν η πρώτη ομάδα που το κατάφερνε.

Θέλετε να μάθετε ποια ήταν η στιγμή που θα θυμάμαι για πάντα από το εκείνο το Μουντομπάσκετ;

Ήταν όταν επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο. Είχα βάλει την τηλεόραση. Και εκείνη την ώρα έχει αναφορά στο Παγκόσμιο.

Στο πρώτο ημιτελικό ήταν η Κροατία και η Ρωσία.

Και στον άλλο οι ΗΠΑ και η Ελλάδα. Ήταν ανατριχιαστικό, μολονότι ήμουν εκεί. Ήμουν στην ομάδα που είχε πάει στον ημιτελικό.

Εκείνο που έβλεπα ήταν απίστευτο. Όπως και το να αγωνίζεται μπροστά σε 50.000 θεατές.

Το πρώτο κομβικό ματς ήταν αυτό με τη Γερμανία. Το άλλο εκείνο με τον Καναδά.

Στη διαδικασία της προετοιμασίας είχαμε αντιμετωπίσει τους Καναδούς.

Μας βοήθησε. Ήταν σκληρή ομάδα, είχαμε φάει αρκετό ξύλο. Αλλά αυτό μας βοήθησε στο επίσημο. Ξέραμε πως θα πάει το παιχνίδι. Αν δεν είχαμε δώσει εκείνο το φιλικό, μπορεί να μην είχαμε φτάσει μέχρι τον ημιτελικό.

Σε εκείνο το Παγκόσμιο υπήρχε και η περίφημη βολή του Γιώργου Σιγάλα. Στο ματς με το Πουέρτο ΡΊΚΟ.

Να ξεκαθαρίσουμε κάτι: η βολή έπρεπε να χαθεί. Αυτή ήταν η εντολή από τον πάγκο. Οι περισσότεροι το γνωρίζουν. Υπήρχαν κινήσεις. Φωνές.

Ο Γιώργος την έβαλε. «Δεν έχω συνηθίσει να χάνω  βολές», ήταν η ατάκα του στο τέλος. Αλλά νομίζω ότι το ήξερε ήδη.

Εκείνη τη στιγμή ήμασταν στεναχωρημένοι, γιατί πηγαίναμε σε έναν όμιλο που δεν μας έδινε ελπίδες πρόκρισης. Μέχρι που μάθαμε τα μαντάτα για τη νίκη της Κίνας επί της Ισπανίας!

Τώρα που ανέφερα τον Γιώργο. Μοιραζόμασταν το ίδιο δωμάτιο. Και συνήθως πηγαίναμε μαζί παντού.

Μας έβλεπε ο κόσμος και δεν σάστιζε. Είναι αυτό που είπα και παραπάνω. Στα ρεπό μας κάναμε ελεύθερο πρόγραμμα.

Ήμασταν όλοι περιορισμένοι από τις ομάδες της όλη τη σεζόν, οπότε η Εθνική ήταν πιο χαλαρή. Μας πήγαινε μία χαρά.

Με τον Γιώργο τρώγαμε στον περίφημο πύργο στο Τορόντο. Βλέπαμε την πόλη και το απολαμβάναμε. Είχαμε πάει στο Νιαγάρα, σε λούνα παρκ…

Ήταν μία… συνταγή που ακολουθούσαμε τα παλιά χρόνια.

Μόλις φτάσαμε στον Κανάδα αισθανθήκαμε την ελληνική παροικία να μας αγκαλιάζει. Λίγους μήνες νωρίτερα είχε γίνει το Παγκόσμιο Κύπελλο του ποδοσφαίρου. Ο κόσμος είχε απογοητευτεί από την Ελλάδα. Μολονότι αυτό που έκαναν τα παιδιά του ποδοσφαίρου ήταν εκπληκτικό.

Εμείς καταφέραμε να τους ανεβάσουμε. Και το νιώθαμε σε κάθε αγώνα.

Πήγαμε και σε μία ελληνική παροικία στο Τορόντο. Τα πάντα ήταν στα πόδια μας. Και δεν νομίζω να πληρώσαμε τίποτα. Όλα κερασμένα…

Για το τέλος άφησα το φετινό Μουντομπάσκετ. Εικοσι πέντε χρόνια μετά τον Καναδά.

Είναι εντυπωσιακό που ο Γιάννης Αντετοκούνμπο κατάφερε να γεμίσει ένα ολόκληρο ΟΑΚΑ. Έχω τις καλύτερες εντυπώσεις γι’ αυτόν.

Αλλά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τους 15 παίκτες που αγωνίστηκαν στα… παράθυρα. Και τους άλλους 15 που είναι μαζί με τον Γιάννη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ – Μουντομπάσκετ 2019: Το πανόραμα της διοργάνωσης

Δεν είναι δική του ευθύνη αυτό που συμβαίνει. Ο κόσμος πρέπει να αγαπήσει όλη την Εθνική ομάδα.

Έχουμε καλή ομάδα. Αν καταφέρουμε να εντάξουμε τον Γιάννη στο παιχνίδι μας – κάτι που έχει γίνει σε μεγάλο ποσοστό – όλα θα πάνε καλά. Αν δεν έχουμε λύση στον περιορισμό του θα έχουμε πρόβλημα.

Από τον Καναδά στην Κίνα. Εικοσι πέντε χρόνια δρόμος…».

Ο Ευθύμης Μπακατσιάς φόρεσε τη φανέλα του Παγκρατίου, του Ολυμπιακού και του Περιστερίου. Με τους «ερυθρόλευκους» κατέκτησε τέσσερα πρωταθλήματα, δύο Κύπελλα και την Euroleague το 1997.

Στην Εθνική ομάδα ο Ευθύμης Μπακατσιάς ήταν παρών στα Ευρωμπάσκετ του 1993 και του 1995, στο Μουντομπάσκετ του 1994 και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1996. Αγωνίστηκε 83 φορές και μέτρησε 400 πόντους.

Κάντε Follow το Sportime στο Instagram και Like στη σελίδα του Sportime στο Facebook.