Ποιος σκέφτηκε το + για την πρόσθεση και το – για την αφαίρεση; Γιατί δεν το σκέφτηκαν οι Αρχαίοι Έλληνες;
Το + και το – δεν τα σκέφτηκαν οι Αρχαίοι Έλληνες, αλλά ένας Γερμανός που έγραφε για εμπόρους.
Γράφω για πράγματα που με συναρπάζουν, αλλά φροντίζω πάντα να τα ερευνώ σαν να τα μελετούσα για πρώτη φορά. Αναζητώ τη σύνδεση ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, το ανθρώπινο μέσα στο ακαδημαϊκό, και τη γνώση που μπορεί να μεταφερθεί με τρόπο απλό, ακριβή και ζωντανό. Είτε πρόκειται για έναν αρχαίο πόλεμο είτε για ένα φαινόμενο της εποχής μας, στηρίζομαι πάντα σε πρωτογενές υλικό, πραγματικές πηγές και σοβαρή τεκμηρίωση. Θέλω κάθε κείμενο να αξίζει τον χρόνο του αναγνώστη — και τον δικό μου.
Το + και το – δεν τα σκέφτηκαν οι Αρχαίοι Έλληνες, αλλά ένας Γερμανός που έγραφε για εμπόρους.
Τα πρώτα κέικ της ιστορίας δεν είχαν ούτε βούτυρο, ούτε ζάχαρη, ούτε άρωμα
Το 1977, τη χρονιά που βγήκε το Star Wars, η Γαλλία εκτέλεσε για τελευταία φορά με γκιλοτίνα
Ένας κροκόδειλος αρπάζει ένα παιδί και προτείνει μια συμφωνία.
Όταν ο Τυφώνας εμφανίστηκε, οι θεοί δεν τον πολέμησαν. Έγιναν ζώα και έτρεξαν να σωθούν.
Ήταν ξένος και δούλος. Κι όμως, έγινε τραπεζίτης, απέκτησε εργοστάσιο ασπίδων και έγινε πολίτης της Αθήνας.
Σύμφωνα με έναν θρύλο, μια ταπεινή μέλισσα βοήθησε –άθελά της– στην ανέγερση του σπουδαιότερου ναού του Βυζαντίου.
Ήταν γυμνοί, δεμένοι, και τους έριχναν σε δεξαμενές με παγωμένο νερό. Δεν ήταν τιμωρία, ήταν «επιστήμη».
Την φώναζαν Γαλαξιδιώτισσα. Μεγάλωσε σε πλοίο και πάλεψε με πειρατές.
Δεν είπε «είμαι καλός εργάτης». Δεν είπε «ξέρω να μαγειρεύω». Ο Διογένης, ενώ ήταν δεμένος και έτοιμος να πουληθεί, είπε πως ξέρει να κυβερνά ανθρώπους.