Ολυμπιακός μπάσκετ: Τελικά πόσο καλύτερος είναι ο Μόρις από τον Λι;
Ο Μόρις είναι πιο ώριμος οργανωτής από τον Λι και πιο σταθερός αμυντικά, όμως το κενό στο σκοράρισμα από τον άσο δεν εξαφανίζεται από μόνο του.
Ο Ολυμπιακός πήρε στον Μόντε Μόρις για να διορθώσει ένα πολύ συγκεκριμένο πρόβλημα, τον έλεγχο του ρυθμού και την αξιοπιστία στην πρώτη πάσα, κάτι που κάνει τη σύγκριση με τον Λι αναπόφευκτη, αλλά και πιο σύνθετη απ’ όσο δείχνει.
Σε καθαρά μπασκετικούς όρους, ο Μόρις είναι καλύτερος στο κομμάτι που ο Ολυμπιακός πονάει περισσότερο. Είναι παίκτης ελέγχου, δηλαδή διαβάζει το παιχνίδι και σπάνια θα σε «κάψει» με βιαστικές αποφάσεις ενώ μπορεί να κρατήσει την ομάδα σε σωστά μέτρα όταν το ματς γίνεται σκληρό και οι κατοχές μετράνε μία προς μία. Αυτό είναι ακριβώς το προφίλ που ζητάει ο Γιώργος Μπαρτζώκας όταν οι άμυνες ανεβαίνουν επίπεδο.
Στην άμυνα, επίσης, ο Μόρις στέκεται απέναντι σε δυνατά κορμιά και σου δίνει συνέπεια στη μπάλα, επιτρέπει λιγότερες βοήθειες και κρατά καλύτερα τη γραμμή επικοινωνίας στις αλλαγές.
Ο Σέιμπεν Λι είχε άλλες αρετές. Περισσότερη έκρηξη, πιο έντονη τάση να πηγαίνει μέχρι μέσα και στιγμές που μπορούσε να δώσει πόντους σερί. Το θέμα είναι ότι αυτό ερχόταν μαζί με μεγαλύτερη… μεταβλητότητα. Σε κάποια βράδια έμπαινε στο πνεύμα της ομάδας, σε άλλα έμοιαζε να παίζει έξω από το πλαίσιο, κάτι που στο σύστημα Μπαρτζώκα δεν… χωράει.
Συμπέρασμα. Κακός παίκτης ο Σέιμπεν Λι δεν είναι και πιθανώς στην Εφές να το δείξει αυτό. Αλλά σε αυτά που ήθελε ο Ολυμπιακός και ο προπονητής του, η απόσταση του Λι με τον Μόντε Μόρις είναι… χαοτική. Ο Μόντε Μόρις απειλεί από μακριά, παίζει καλύτερο PnR (θα φανεί αυτό με τον Ταϊρίκ Τζόουνς) και φυσικά είναι πολύ καλύτερος στο play making. Αυτό που ήθελε και έψαχνε δηλαδή η ομάδα του.
Σε τρία ματς (όλα εκτός έδρας) στη Euroleague, άλλωστε, με τον Μόρις ο Ολυμπιακός έχει μόλις μία ήττα.