Ψυχοσάββατο: Μια γέφυρα ελέους και αγάπης μεταξύ ζώντων και κεκοιμημένων
Εκατομμύρια τιμητικά στεφάνια και κοσμικές εκδηλώσεις μνήμης δεν μπορούν να προσφέρουν ούτε ένα ψίχουλο από αυτό που προσφέρει ένα και μόνο Ψυχοσάββατο
Εάν ο κόσμος συνειδητοποιούσε την άπειρη ευσπλαγνία του Θεού που περιγράφεται στο Ψυχοσάββατο, θα έτρεχαν όλοι με λαχτάρα να ράνουν τις ψυχές των νεκρών τους με τις ευχές της Εκκλησίας. Το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω, το λεγόμενο και «Σάββατο των Ψυχών» ή «Ψυχοσάββατο», είναι το ένα από τα δύο Σάββατα του έτους που είναι αφιερωμένα στις ψυχές των κεκοιμημένων.
Δεν είναι μια συμβολική μέρα τιμής ή μνήμης. Δεν είναι μια πράξη δικής μας παρηγοριάς για εκείνους που έχουμε χάσει. Είναι μια ζώσα κοινωνία. Είναι μια Λειτουργική κατάδυση στο απύθμενο έλεος του Θεού, μια ιερή ημέρα που δεόμαστε μπροστά στον Χριστό για όλες τις ψυχές του επέκεινα. Η επίγεια Εκκλησία που λέγεται Στρατευομένη, παρίσταται ενώπιον Θεού αντάμα με την ουράνια Εκκλησία, τη Θριαμβεύουσα. Δύο πανίσχυρες πτέρυγες που εξυψώνουν το ανθρώπινο γένος και γράφουν ψυχές στη Βίβλο της Ζωής.
Εκατομμύρια κατατεθειμένα στεφάνια και εκδηλώσεις μνήμης και βιβλία και αφιερώματα και άλλες κοσμικές τιμές, δεν μπορούν να προσφέρουν ούτε ένα ψίχουλο ωφέλειας στους κεκοιμημένους, μπροστά στα Ψυχοσάββατα. Οι ψυχές κυριολεκτικά σκιρτούν από αδημονία για τη στιγμή που θα μνημονευτεί το όνομά τους τότε, αλλά και σε κάθε αγία πρόθεση.
«Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνείαν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν». Αυτή είναι όλη η ουσία του Ψυχοσάββατου στην χαριτωμένη αποστολή της. Προσέξτε εδώ ότι η μάνα – Εκκλησία εύχεται για τη μνήμη «τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων», δηλαδή για όλους τους κεκοιμημένους από την αρχή της ανθρωπότητας. Και δέεται συγκεκριμένα για τους κοιμηθέντες «εὐσεβῶς», δηλαδή ανθρώπους που είχαν έστω μια στοιχειώδη θεοσέβεια.
Οι ταλαίπωρες ψυχές που έφυγαν με αντίθεο φρόνημα και αμετανοησία, μαζί με τα μάτια τους, σφράγισαν και την αμετάκλητη επιλογή τους να απορρίπτουν το έλεος του Θεού. Αυτές οι ψυχές που έμειναν συνειδητά εκτός Εκκλησίας, δεν μπορούν να θριαμβεύσουν στον ουρανό – αφού δεν στρατεύθηκαν ποτέ στη γη, αλλά αντιστρατεύθηκαν. Διότι ο Θεός δεν είναι μόνο Αγάπη – είναι εξίσου και Δικαιοσύνη. Βέβαια για κάθε ψυχή τον τελικό λόγο τον έχει μόνο ο Κύριος, αλλά ταυτόχρονα και η Εκκλησία οφείλει να εύχεται σύμφωνα με την πνευματική τάξη της, σεβόμενη το αυτεξούσιο του κάθε ανθρώπου.
Κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους ως αναφορά του περάσματος του Χριστού από τον Άδη, και κάθε Θεία Λειτουργία ενώνει τους χριστιανούς της γης με εκείνους του ουρανού, αλλά το Ψυχοσάββατο είναι μια ειδική ημέρα μνημόνευσης που γίνεται οικουμενική αγκαλιά. Για κάθε άνθρωπο που αποβίωσε σε ξένο τόπο, που πνίγηκε, που κάηκε, που εξαφανίστηκε, που τον κατέφαγε αρρώστια, που ξεψύχησε σε πόλεμο ή σε φυσική καταστροφή. Και πάνω απ’ όλα για κάθε άνθρωπο που δεν άφησε πίσω του κανέναν ζωντανό να τον μνημονεύει και να δέεται για εκείνον, για κάθε φτωχό και άπορο που δεν διαβάστηκε η ψυχούλα του, για κάθε άσημο που δεν έλαβε ανακούφιση από τα μνημόσυνα και τις ακολουθίες της Εκκλησίας.
Από τη φοβερή στιγμή του θανάτου κι έπειτα, η ψυχή δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να καλυτερέψει την κατάστασή της. Μένει μόνο με τα έργα που έπραξε εν ζωή ως εφόδια. Οι ψυχές που ταξίδεψαν με λιγοστές αποσκευές θεάρεστων έργων, περιμένουν από εμάς να τις φιλέψουμε με ευεργετικές προσευχές. Σαν εργατικές πνευματικές μέλισσες, οι χριστιανοί ζυμώνουν τα πρόσφορα, συμπληρώνουν τα ψυχοχάρτια υπέρ αναπαύσεως, κάνουν ελεημοσύνες στη μνήμη των οικείων τους, και το πιο σημαντικό απ’ όλα: διάγουν οι ίδιοι βίο μετανοίας και ωφελούν έτσι ακόμα καλύτερα τον κεκοιμημένο τους.
Σε έναν κόσμο απάνθρωπο που εξορίζει τη μνήμη των εξουθενωμένων, ένα Ψυχοσάββατο έρχεται για να περιθάλψει ζώντες και νεκρούς, να τιμήσει και τον πιο ξεχασμένο θανόντα, να αλείψει με θείο έλεος και το πιο παραμελημένο σκήνωμα, να δροσίσει και την τελευταία ψυχή, να επεκτείνει τη φιλανθρωπία μέχρι τα τρίσβαθα του Άδη. Αυτό είναι το μεγαλείο της αχανούς αγάπης της Εκκλησίας μας, που δεν υπάρχει κανένα όμοιο του στο στερέωμα της ζωής και του θανάτου.
Την ιερότατη σημασία της δεήσεώς μας υπέρ κεκοιμημένων, ως ένα ενωμένο σώμα Ορθόδοξης αλληλοβοήθειας, εξυμνεί υπέροχα ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:
«Ας μη κουρασθούμε λοιπόν να βοηθούμε αυτούς που έφυγαν από την παρούσα ζωή και να προσφέρουμε για χάρη τους και να ζητούμε να γίνονται γι’ αυτούς δεήσεις. Διότι υπάρχει η κοινή εξιλέωση της οικουμένης…][… Δεν έχει να επιδείξει (σ.σ ο νεκρός) δικές του ελεημοσύνες; Ας είναι συγγενικές. Δεν έχει να παρουσιάσει τις δικές του ελεημοσύνες; Ας δείξει εκείνες που έγιναν γι’ αυτόν. Όσο περισσότερων αμαρτημάτων είναι υπεύθυνος, τόσο μεγαλύτερη ανάγκη από ελεημοσύνη έχει. Όχι μόνο αυτό, αλλά διότι τώρα η ελεημοσύνη δεν έχει την ίδια δύναμι, αλλά πολύ μικρότερη. Διότι δεν είναι το ίδιο πράγμα να κάνει κάποιος ελεημοσύνη αυτός ο ίδιος και να την κάνει άλλος γι’ αυτόν…]
[…Γι’ αυτό με θάρρος τότε ας προσευχόμαστε για την οικουμένη και ας καλούμε και αυτούς (σ.σ. τους κεκοιμημένους) μαζί με τους μάρτυρες, τους ομολογητές, τους ιερείς. Διότι είμαστε ένα σώμα, έστω και αν υπάρχουν μέλη που είναι λαμπρότερα από άλλα μέλη. Και μπορούμε από παντού να κερδίσουμε γι’ αυτούς συγγνώμη, από τις δεήσεις, από τα δώρα που προσφέρονται γι’ αυτούς, από εκείνους που καλούμε μαζί με αυτά».