Ο τραυλός που έβαλε χαλίκια στο στόμα του και έγινε η φωνή που τρόμαξε την Αθήνα
Ο Δημοσθένης δεν γεννήθηκε ρήτορας. Γεννήθηκε τραυλός. Και όμως, έγινε η φωνή που ο λαός σώπαινε για να ακούσει.
Ο Δημοσθένης δεν γεννήθηκε ρήτορας. Γεννήθηκε τραυλός. Και όμως, έγινε η φωνή που ο λαός σώπαινε για να ακούσει.
Λίγο έξω από το Ναύπλιο, σε μια ακτή με πηγές γλυκού νερού, οι αρχαίοι έριχναν ζωντανά άλογα στη θάλασσα
Τον έλεγαν «ο φλογερός». Οι αρχαίοι τον ταύτιζαν με τη ζωή, τον θάνατο και τους θεούς. Κι όμως, δεν ήταν ένα άστρο. Ήταν δύο.
Δεν είχε πόδια, δεν είχε χαίτη. Ίσως ο Δούρειος Ίππος να ήταν ένα πλοίο – κι ένας μεταφραστής έκανε το λάθος που άλλαξε την Ιστορία.
Δεν είχαν υπνωτικά χάπια. Είχαν όμως ύμνους, αρωματικά λουτρά και θεότητες του ύπνου. Οι αρχαίοι Έλληνες έβλεπαν την αϋπνία ως προειδοποίηση της ψυχής.
Ήθελε να μη στενοχωρήσει τον πατέρα της, και άλλαξε το όνομά της. Έγινε η φωνή που δόξασε τη μουσική της Ελλάδας όσο λίγοι.
Το 1948, ένας ξένος δημοσιογράφος ακολούθησε το ελληνικό πεζικό στα βουνά της Ηπείρου και άκουσε έναν πατέρα να λέει: «Τους πήραν. Δεν τους ξαναείδα». Την επόμενη μέρα, ανέβηκε με το τουφέκι.
Ο ίδιος ο Τσώρτσιλ περιγράφει πώς έστειλε στρατεύματα και τεθωρακισμένα στο κέντρο της Αθήνας για να πολεμήσουν τον ΕΛΑΣ. Ένας εμφύλιος με ξένο υποβολέα.
Ένας εύζωνας με φουστανέλα στάθηκε δίπλα σ’ έναν κουρασμένο Άγγλο στρατιώτη και έγινε ο ήρωας μιας φωτογραφίας που ταξίδεψε ως τη Νέα Ζηλανδία.
Ένα κομμάτι ψωμί κόστιζε 45 δισεκατομμύρια. Και τα παιδιά το κοίταζαν σαν θαύμα.