Ο Έλληνας ποδοσφαιριστής που έγινε θρύλος στην Τουρκία και δεν ξέχασε ποτέ ποιος είναι
Ο Λευτέρης Αντωνιάδης γεννήθηκε Έλληνας, λατρεύτηκε σαν Θεός στην Τουρκία, αλλά ποτέ δεν πρόδωσε την ταυτότητά του.
Γεννήθηκε στην Πρίγκηπο, σε ένα νησί των Πριγκιποννήσων, μέσα σε μια οικογένεια με έντεκα παιδιά. Ο πατέρας του ψαράς, η μητέρα του νοικοκυρά. Ήταν μικρόσωμος, αδύνατος, αλλά με βλέμμα που έλαμπε όταν μιλούσε για ποδόσφαιρο. Του κόλλησαν το τουρκικό παρατσούκλι “Κιουτσούκ” – ο μικρός. Μα αυτός θα γινόταν μεγάλος.
Ξεκίνησε από την Τακσίμ Σπορ, μια γειτονική ομάδα της Κωνσταντινούπολης, όμως σύντομα τον ανακάλυψε η Φενερμπαχτσέ. Από εκεί, έφυγε για Ιταλία και μετά για Γαλλία, έγινε ο πρώτος Τούρκος που μεταγράφηκε στο εξωτερικό με αμοιβή. Μα πάντα γύριζε πίσω, γιατί η ψυχή του έμενε στα στενά της Πόλης και στα παιδιά που φώναζαν το όνομά του.
Στη Φενέρ έγινε θρύλος. Σκόραρε 423 φορές σε 615 αγώνες. Δεν του έδιναν οδηγίες. Του έδιναν την μπάλα και του έλεγαν “γράψε στο τεφτέρι”. Κι εκείνος έγραφε ιστορία. Ο κόσμος τον αποκαλούσε “Ordinaryüs” – καθηγητή. Λέγεται πως δεν έχασε ποτέ πέναλτι.
Με την Εθνική Τουρκίας αγωνίστηκε 50 φορές, 9 ως αρχηγός. Πέτυχε 21 γκολ, ρεκόρ που άντεξε δεκαετίες. Όμως ποτέ δεν αρνήθηκε την καταγωγή του. Ποτέ δεν άλλαξε το βλέμμα του όταν μιλούσε για την οικογένειά του, τη γλώσσα του, το όνομά του.
Έβαλε γκολ απέναντι σε υπερδυνάμεις, συμμετείχε στην ομάδα που νίκησε την Ουγγαρία του Πούσκας με 3-1, βάζοντας τα δύο γκολ ο ίδιος. Όταν οι Ούγγροι τον χειροκρότησαν, χαμογέλασε, αλλά μέσα του ήξερε: αυτό το χειροκρότημα το χρωστά στον πατέρα του, που του έμαθε να μην ξεχνά ποιος είναι.
Το 1964 ήρθε στην ΑΕΚ. Στα 39 του, έπαιξε λίγους αγώνες, πρόλαβε να βάλει δύο γκολ, μα ένας τραυματισμός τον ανάγκασε να σταματήσει. Επέστρεψε στην Τουρκία ως προπονητής και έπειτα αποσύρθηκε στο νησί του. Εκεί όπου όλα άρχισαν.
Ο Λευτέρης Αντωνιάδης δεν άλλαξε ποτέ. Ούτε όταν η τουρκική ομοσπονδία τον τίμησε με το Χρυσό Μετάλλιο. Ούτε όταν του έδωσαν δρόμους με το όνομά του. Ούτε όταν ο κόσμος φώναζε συνθήματα για εκείνον στα γήπεδα. Μέχρι το τέλος, μιλούσε ελληνικά. Υπέγραφε “Λευτέρης”. Και έλεγε “είμαι Έλληνας”.
Πέθανε το 2012, στα 86 του, με την Πρίγκηπο να τον αποχαιρετά όπως του άξιζε. Με ένα λιμάνι γεμάτο δάκρυα. Και μια χώρα που τον λάτρεψε, αν και ήξερε πως δεν της ανήκε ποτέ ολοκληρωτικά.