Δεν άντεχε να τον κοιτάνε. Έσκαψε 20 χιλιόμετρα υπόγειες στοές και ζούσε μόνος, ντυμένος σαν φάντασμα
Δεν μιλούσε σε κανέναν, δεν ανεχόταν να τον κοιτούν και ζούσε κάτω από τη γη σε 20 χιλιόμετρα στοές που έφτιαξε μόνο για να απομονωθεί.
Ένα βράδυ του 19ου αιώνα, μια σιλουέτα με μαύρο παλτό, καπέλο και μια τεράστια ομπρέλα διέσχιζε τους διαδρόμους του Welbeck Abbey. Ήταν ο John Bentinck, 5ος Δούκας του Πόρτλαντ, ένας από τους πιο μυστηριώδεις αριστοκράτες της Ευρώπης. Κανείς δεν μπορούσε να του μιλήσει χωρίς άδεια. Οι υπηρέτες είχαν διαταγή να μην τον κοιτούν. Αν τολμούσαν, απολύονταν την ίδια μέρα.
Το σπίτι του δεν ήταν απλώς ένα παλάτι. Κάτω από τη γη απλωνόταν ένα τεράστιο σύμπλεγμα υπόγειων σηράγγων, δωματίων και διαδρόμων. Συνολικά ξεπερνούσαν τα 20 χιλιόμετρα, σχεδόν ολόκληρη υπόγεια πόλη. Είχε αίθουσα χορού που δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ, δωμάτια με μπιλιάρδο, ακόμα και θερμαινόμενο υπόσκαφο θερμοκήπιο. Όλοι οι τοίχοι ήταν βαμμένοι ροζ.
Ο δούκας δεν ανεχόταν την ανθρώπινη παρουσία. Μιλούσε μόνο μέσω γραμμάτων. Έτρωγε με υδραυλικό ασανσέρ που κατέβαζε το φαγητό στο υπόγειό του. Κανείς δεν ήξερε αν και πότε έτρωγε, ούτε ποιον έβλεπε. Μόνο ο θαλαμηπόλος του και κάποιες “κυρίες” του είχαν άδεια εισόδου, πάντα διακριτικά, ποτέ δημόσια.
Η ζωή του ήταν μια σκόπιμη εξαφάνιση. Ο ίδιος κυκλοφορούσε μόνο τη νύχτα, με την ομπρέλα του σηκωμένη, καλύπτοντας το πρόσωπό του από τα βλέμματα. Υπήρξαν φήμες ότι είχε ζήσει διπλή ζωή στο Λονδίνο και ότι κάποια στιγμή προσποιήθηκε τον θάνατό του, αλλά τίποτα δεν αποδείχθηκε.
Παρ’ όλα αυτά, του άρεσε η γραφή. Αλληλογραφούσε εντατικά και διεκπεραίωνε όλη την περιουσία του μέσω επιστολών. Είχε μια ιδιαίτερη συνήθεια: σε κάθε εργάτη που έφερνε στο Welbeck Abbey έδινε ακριβείς εντολές, αλλά ποτέ δεν του επέτρεπε να τον δει. Δεν ήταν κακός ή σκληρός. Ήταν απλώς… απών.
Όταν πέθανε το 1879, ήταν ήδη θρύλος. Είχε γίνει σχεδόν αόρατος άνθρωπος, ένας φάντασμα σε ζωή. Για να τιμήσουν τη μνήμη του, δεν οργανώθηκε δημόσια τελετή. Ούτε φωτογραφία του δεν υπήρχε εύκολα διαθέσιμη – μόνο δύο τον δείχνουν, κι αυτές με το ζόρι.
Η έπαυλη έμεινε για πάντα συνδεδεμένη με τη σιωπή του, τις σήραγγες του και τη ροζ μοναξιά του. Ο δούκας που αρνήθηκε τον κόσμο, τον άλλαξε… υπόγεια.