Δεν μπορούσε να περπατήσει απ’ το μεθύσι αλλά πήγε να σκοτώσει τον ίδιο του τον γιο, τον Αλέξανδρο
Στο γάμο του Φιλίππου με την Κλεοπάτρα, ο μεθυσμένος βασιλιάς πήγε να σκοτώσει τον Αλέξανδρο.
Κρασί. Βασιλιάδες. Προδοσία. Ένα συμπόσιο που θα έμενε στην ιστορία – όχι για τις ευχές, αλλά για την απειλή εμφύλιου στο πιο ισχυρό παλάτι της Μακεδονίας. Εκεί όπου ο Φίλιππος, τύφλα από το ποτό, σήκωσε το ξίφος του ενάντια στον γιο του. Και γκρεμίστηκε. Όχι μόνο στο πάτωμα, αλλά και στα μάτια του διαδόχου του.
Ήταν ο δεύτερος γάμος του βασιλιά. Η νύφη λεγόταν Κλεοπάτρα – μια Μακεδόνισσα ευγενικής καταγωγής, ανιψιά του Άτταλου. Ο γάμος είχε στόχο. Όχι μόνο να στολίσει το στέμμα με άλλη μια γυναίκα, αλλά να φέρει στον κόσμο έναν πιο “νόμιμο” διάδοχο, καθαρόαιμο Μακεδόνα. Σε αντίθεση με τον Αλέξανδρο, που είχε μητέρα απ’ την Ήπειρο.
Ο Αλέξανδρος ήταν εκεί. Παρών στο συμπόσιο. Πίσω απ’ τα δώρα, τα γέλια και τα κύπελλα, ήξερε: αυτός ο γάμος στρεφόταν εναντίον του. Και είχε δίκιο.
Ο Άτταλος σηκώθηκε. Ήταν μεθυσμένος. Είπε μεγαλόφωνα, μπροστά σε όλο το παλάτι:
«Στον Φίλιππο και σ’ έναν νόμιμο διάδοχο απ’ τη νέα του γυναίκα!»
Η πρόποση έπεσε σαν ροχάλα στο πρόσωπο του Αλέξανδρου.
Το ποτήρι του πέταξε στον Άτταλο χωρίς δεύτερη σκέψη. Και μαζί του, και κάθε προσποίηση υπομονής.
«Εμένα δηλαδή τι με πέρασες, ανόητε; Για νόθο;» είπε, κόβοντας τη σάλα στα δύο. Οι μισοί δεν ήξεραν αν έπρεπε να σηκωθούν ή να σκύψουν το κεφάλι.
Ο Φίλιππος πετάχτηκε απ’ τη θέση του. Ήθελε να δώσει τέλος στην ατίμωση – όχι του γιου του, αλλά τη δική του. Τράβηξε το ξίφος. Πήγε να χιμήξει στον ίδιο του τον γιο.
Και τότε… γλίστρησε. Το κρασί, η ηλικία και η οργή έδεσαν μαζί και τον έριξαν κάτω σαν κορμό. Ένας βασιλιάς σωριασμένος μπροστά στα βλέμματα όλων.
Ο Αλέξανδρος δεν γέλασε. Δεν τρόμαξε. Τον κοίταξε και είπε ήρεμα – σαν να μιλούσε μόνο στον χρόνο και στην Ιστορία:
«Αυτός είναι ο άντρας που σκοπεύει να περάσει στην Ασία; Και δεν μπορεί καν να περάσει από το ένα ανάκλιντρο στο άλλο…»
Η σιωπή κράτησε δευτερόλεπτα – αλλά εκείνη τη μέρα, το ρήγμα έγινε χάσμα. Ο Αλέξανδρος δεν τον ξανακοίταξε ποτέ το ίδιο. Και η Ιστορία ήδη άλλαζε πλευρό.