Δεν είναι σκιουφιχτά, είναι μακαρόνια που φτιάχτηκαν για να πνίξουν έναν ιερέα
Έμοιαζαν με σκιουφιχτά, αλλά έκρυβαν θυμό, φτώχεια και μια κατάρα
Κοιτάζοντάς τα, θα ορκιζόσουν πως είναι ελληνικά. Σαν σκιουφιχτά. Η ίδια ρουστίκ υφή, το ίδιο στριφτό, άγριο σχήμα. Μα δεν είναι. Αυτά εδώ τα μακαρόνια λέγονται strozzapreti και το όνομά τους σημαίνει κυριολεκτικά «παπαδοπνίχτες». Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά. Μακαρόνια που φτιάχτηκαν για να πνίξουν ιερείς.
Η ιστορία τους πάει πίσω σε χωριά της Ιταλίας, στην Εμίλια-Ρομάνια και την Ούμπρια, όπου οι ιερείς περνούσαν από τα φτωχά σπίτια για να «ευλογήσουν» και να «τραπεζωθούν». Στην πραγματικότητα, περίμεναν να τους ταΐσουν πλούσια, συχνά παίρνοντας το καλύτερο πιάτο του σπιτιού. Οι γυναίκες έπλαθαν τότε τη ζύμη από ό,τι περίσσευε: αλεύρι, λίγο νερό και πολύ θυμό. Τη στρίβανε με τα δάχτυλα σαν να στραγγαλίζουν κάτι. Και ευχόντουσαν —κάποιες φωναχτά— να πνιγεί ο παπάς. Όχι από δηλητήριο. Από λαιμαργία.
Κάθε φορά που σερβίρονταν, ήταν σαν ένα βουβό μήνυμα εκδίκησης. Δεν υπήρχε ανάγκη για σάλτσες ή στολίδια. Αρκούσε η πράξη του ζυμώματος, του στριψίματος, της κατάρας που είχε γίνει ζυμαρικό. Το όνομα πέρασε στα στόματα των Ιταλών σαν ανέκδοτο, μα έμεινε. Strozzapreti. Παπαδοπνίχτες.
Κι όμως, όποιος τα δει σήμερα, νομίζει πως είναι σκιουφιχτά, τα αγαπημένα μακαρόνια της Κρήτης. Κι αυτά φτιάχνονται στο χέρι, με μια μόνο κίνηση: πιέζεις και σέρνεις, σαν να τραβάς ένα κορδόνι πάνω στο ξύλο. Δεν τα πλάθεις, τα «σέρνεις». Σκιουφίζεις. Άλλη τεχνική, άλλη χώρα, αλλά η αίσθηση ίδια: ζυμαρικά που μιλάνε με τα χέρια.
Η ειρωνεία; Τα strozzapreti σήμερα σερβίρονται σε καθολικές γιορτές, μοναστήρια, ακόμα και σε ενοριακά τραπέζια στην Ιταλία. Ο παλιός θυμός ξεχάστηκε. Έμεινε μόνο το όνομα. Και η ιστορία, για εκείνους που διαβάζουν τις λέξεις πίσω από τα πιάτα.