Δεν ήταν κουφός και δεν είχε γράψει ούτε μία νότα o Μπετόβεν της Ιαπωνίας που έκανε τον κουφό και την ιδιοφυΐα στη μουσική
Για 18 χρόνια, η Ιαπωνία πίστευε ότι είχε βρει τον δικό της Μπετόβεν. Τελικά, ο ήρωας δεν ήταν κουφός. Και η μουσική του δεν ήταν δική του.
Για χρόνια, η Ιαπωνία πίστευε ότι είχε βρει τον δικό της Μπετόβεν. Έναν μοναχικό συνθέτη που είχε χάσει την ακοή του, αλλά συνέχιζε να δημιουργεί συγκλονιστικά έργα, γεμάτα συναίσθημα, πατριωτισμό και βάθος. Το όνομά του ήταν Μαμόρου Σαμουραγκότσι. Κυκλοφορούσε με μαύρα γυαλιά, βαρύ βλέμμα, σιωπηλός αλλά μεγαλοφυής. Έγραψε μουσική για βιντεοπαιχνίδια, όπως το Onimusha, αλλά και τη Συμφωνία της Χιροσίμα, αφιερωμένη στα θύματα της ατομικής βόμβας. Και για περισσότερο από μία δεκαετία, όλοι τον πίστεψαν.
Τον αποκαλούσαν «ψηφιακό Μπετόβεν». Οι εφημερίδες τον λάτρευαν. Τα τηλεοπτικά αφιερώματα έδειχναν πλάνα του να συνθέτει βυθισμένος σε σιωπή. Η εικόνα του ήταν σχεδόν ιερή. Ένας άντρας που νίκησε τη σιωπή με μουσική. Ένας σύγχρονος ήρωας. Μέχρι που, το 2014, η φούσκα έσκασε — και το σοκ ήταν εθνικό.
Ο μουσικός Τακάσι Νιγκάκι, ένας άγνωστος καθηγητής σε μουσικό κολέγιο, αποκάλυψε ότι επί 18 χρόνια έγραφε εκείνος όλη τη μουσική του Σαμουραγκότσι. Όχι με βοήθεια. Όχι με συνεργασία. Όλη. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία νότα. Ο «ιδιοφυής» συνθέτης δεν είχε γράψει ούτε μία. Και δεν ήταν καν κουφός. Είχε απλώς ήπια απώλεια ακοής, την οποία δραματοποίησε για να γίνει θρύλος.
Η αποκάλυψη ήρθε λίγο πριν χρησιμοποιηθεί έργο του στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς στο Σότσι. Οι Αρχές, τα μέσα ενημέρωσης, και η κοινωνία ένιωσαν ντροπιασμένοι. Δεν είχαν αποθεώσει έναν καλλιτέχνη. Είχαν αποθεώσει μια καλοστημένη απάτη. Ο Σαμουραγκότσι ζήτησε συγγνώμη δημοσίως και εξαφανίστηκε. Ο Νιγκάκι δεν ζήτησε τίποτα. Είχε απλώς κουραστεί να ζει σαν φάντασμα πίσω από έναν μύθο.