Δεν ήξεραν ποιος ήταν. Δεν ήξεραν πώς πέθανε. Δεν ήξεραν αν ήταν κατάσκοπος. Μέχρι που βρήκαν μια τρίχα στην προτομή του.
Το 1948 βρέθηκε νεκρός σε μια παραλία της Αυστραλίας χωρίς ταυτότητα και με ένα ποίημα στην τσέπη.
Ήταν ντυμένος σαν Άγγλος τζέντλεμαν. Καλοντυμένος, ξυρισμένος, αλλά με όλα τα ταμπελάκια από τα ρούχα του κομμένα. Χωρίς πορτοφόλι. Χωρίς ταυτότητα. Χωρίς παπούτσια με άμμο, αν και βρέθηκε πεσμένος στην παραλία. Η στάση του σώματος ήταν ήρεμη, σχεδόν σαν να κοιμόταν. Αλλά ήταν νεκρός. Και τίποτα, μα τίποτα, δεν εξηγούσε ποιος ήταν, γιατί βρέθηκε εκεί και πώς πέθανε. Μόνο ένα κομμάτι χαρτί στην κρυφή τσέπη του παντελονιού του που έγραφε: Tamám Shud – «Τελείωσε».
Το 1948 η αστυνομία της Αυστραλίας δεν είχε ιδέα πώς να προχωρήσει. Δεν υπήρχαν ίχνη. Δεν υπήρχε δηλητήριο στον οργανισμό του. Δεν υπήρχε αναγνώριση. Είπαν πως ίσως ήταν αυτοκτονία. Ίσως ήταν φόνος. Ίσως ήταν Ρώσος κατάσκοπος. Ίσως δεν ήταν τίποτα. Του έκαναν γύψινη προτομή πριν τον θάψουν, μπας και κάποιος τον αναγνωρίσει. Κανείς δεν τον αναγνώρισε. Το μυστήριο έγινε εθνική εμμονή.
Μήνες μετά, εντοπίζεται το βιβλίο απ’ όπου είχε σκιστεί η σελίδα με τη φράση “Tamám Shud”. Ήταν το Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Καγιάμ. Στο οπισθόφυλλο, κάποιος είχε γράψει κάτι που έμοιαζε με κώδικα κατασκόπων. Κάτι ανάμεσα σε ποίηση και κρυπτογραφία. Και κάτω από το εξώφυλλο του βιβλίου, ένα τηλέφωνο: μιας γυναίκας. Νοσοκόμας. Η οποία έκανε πως δεν τον ήξερε, αλλά όταν είδε την προτομή του, πήγε να λιποθυμήσει.
Το σώμα παρέμεινε θαμμένο. Το μυστήριο έμεινε άλυτο. Στα επόμενα 75 χρόνια, περισσότεροι από 250 άνθρωποι δήλωσαν ότι τον ήξεραν. Κανείς δεν είχε δίκιο. Όλοι ήθελαν να πιστέψουν κάτι. Ότι ήταν θύμα. Ότι ήταν δολοφόνος. Ότι ήταν Ρώσος πράκτορας. Ότι ήταν ο πατέρας ενός παιδιού που μεγάλωσε χωρίς να ξέρει ποιος είναι. Ούτε τα αποτυπώματα ταίριαξαν. Ούτε το DNA στο πτώμα μπορούσε να βρεθεί, γιατί είχε γίνει ταρίχευση με φορμαλδεΰδη.
Μέχρι που το 2022, ένας καθηγητής φυσικής του πανεπιστημίου της Αδελαΐδας πήρε το μοναδικό τρίχωμα που είχε απομείνει από την προτομή του 1948. Και με τεχνικές γενεαλογίας, κατάφερε να τον ταυτοποιήσει. Δεν ήταν πράκτορας. Δεν ήταν κατάσκοπος. Δεν ήταν ούτε θύμα πολέμου. Ήταν ένας ηλεκτρολόγος από τη Μελβούρνη, που το 1946 εγκαταλείφθηκε από τη γυναίκα του, είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει με αιθέρα και εξαφανίστηκε. Το όνομά του ήταν Carl “Charles” Webb.
Δεν βρέθηκε ποτέ κάποιος που να τον είχε γνωρίσει μετά το 1947. Δεν είχε παιδιά. Δεν είχε μέλλον. Είχε χάσει τέσσερα μέλη της οικογένειάς του σε επτά χρόνια. Έγραφε ποιήματα για τον θάνατο. Ίσως πήγε στην Αδελαΐδα για να βρει την πρώην του. Ίσως όχι. Κανείς δεν ξέρει.
Αλλά τώρα έχει ένα όνομα. Και μια τρίχα ήταν αρκετή για να τελειώσει η ιστορία όπως άρχισε: με τη φράση “Tamám Shud”. Τελείωσε.