Διαβάζεις το λόγο που φτιάχτηκε η πλαστική σακούλα και σε πιάνουν τα γέλια
Η πλαστική σακούλα σχεδιάστηκε ως επαναχρησιμοποιήσιμη και οικολογική λύση
Στη δεκαετία του 1960, ένας Σουηδός μηχανικός ονόματι Στεν Γκούσταφ Θούλιν επινόησε κάτι που σήμερα θεωρείται σύμβολο της πλαστικής ρύπανσης: την πλαστική σακούλα. Όμως ο αρχικός του σκοπός δεν είχε καμία σχέση με την καταστροφή του περιβάλλοντος. Αντιθέτως, ήταν ένα εφεύρημα με περιβαλλοντική πρόθεση. Η ιδέα του ήταν να αντικαταστήσει τις χάρτινες σακούλες που απαιτούσαν κοπή δέντρων για την παραγωγή τους. Η πλαστική σακούλα του Θούλιν ήταν ελαφριά, ανθεκτική και κυρίως επαναχρησιμοποιήσιμη. Εκείνος την κουβαλούσε πάντα στην τσέπη του, με την ελπίδα πως όλοι θα έκαναν το ίδιο: θα έπαιρναν μαζί τους τη σακούλα από το σπίτι και θα τη χρησιμοποιούσαν ξανά και ξανά.
Η εφεύρεση έγινε γρήγορα αποδεκτή από τη βιομηχανία, κι έτσι από τη δεκαετία του 1980 η πλαστική σακούλα άρχισε να αντικαθιστά τις χάρτινες σε πολλά καταστήματα παγκοσμίως. Το πρόβλημα όμως δεν ήταν η ίδια η σακούλα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο την αντιμετώπισαν οι άνθρωποι. Αντί να την επαναχρησιμοποιούν, την πετούσαν. Το χαμηλό κόστος και η ευκολία οδήγησαν στην κυριαρχία των πλαστικών σακουλών μιας χρήσης. Από εργαλείο επαναχρησιμοποίησης, έγινε σύμβολο κατανάλωσης.
Καθώς η χρήση της γινόταν μαζική, η ζημιά άρχισε να φαίνεται. Οι πλαστικές σακούλες δεν αποδομούνται εύκολα στο περιβάλλον. Καταλήγουν σε θάλασσες, ποτάμια, εδάφη, απειλώντας τη θαλάσσια ζωή και την τροφική αλυσίδα. Ζώα τις καταπίνουν, οι μικροπλαστικές ίνες μπαίνουν παντού και το πρόβλημα φάνηκε πως είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο.
Ταυτόχρονα, η επιστροφή στις χάρτινες σακούλες δεν ήταν τόσο “πράσινη” όσο φαινόταν. Η παραγωγή τους απαιτεί πολλαπλάσια ενέργεια, νερό και προκαλεί μεγαλύτερη ατμοσφαιρική ρύπανση σε σύγκριση με τις πλαστικές. Αποδείχθηκε πως ούτε το χαρτί ήταν τέλεια λύση. Η ιδέα του Θούλιν δεν ήταν η αντικατάσταση του ενός με το άλλο, αλλά η αλλαγή στη νοοτροπία. Η χρήση μίας σακούλας ξανά και ξανά. Το πρόβλημα δεν ήταν η σακούλα. Ήμασταν εμείς.