Έχασε τα πάντα, εξορίστηκε και έγραψε τους πιο δυνατούς στίχους της αρχαίας Ελλάδας
Ήταν αριστοκράτης, έγινε εξόριστος. Έχασε τα πάντα, αλλά έγραψε τους πιο δυνατούς στίχους της αρχαίας Ελλάδας.
Γεννήθηκε σε μια πόλη που έβραζε. Τα Μέγαρα του 6ου αιώνα π.Χ. είχαν περάσει από τύραννους σε δημαγωγούς, κι απ’ την ολιγαρχία στη λαϊκή οργή. Ο Θέογνις ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας. Ανήκε στους εσθλούς, όπως αποκαλούσαν τους γενναίους και ενάρετους. Αλλά ο λαός δεν ήθελε πια εσθλούς. Ήθελε ψωμί. Και το πήρε με τη βία.
Του πήραν την περιουσία, την υπόληψη, τον τόπο του. Έγινε πρόσφυγας σε ξένα εδάφη. Περιπλανήθηκε στη Σπάρτη, στη Σικελία, στην Εύβοια. Όπου κι αν πήγαινε, κουβαλούσε την οργή του για έναν κόσμο που άλλαζε. Ήξερε πως αν έγραφε, θα έμενε. Αν μιλούσε με στίχους, ο λόγος του θα γινόταν κανόνας.
Του μίλησαν για τον έρωτα. Τον έζησε και τον έγραψε. Αγάπησε μία κοπέλα που δόθηκε σε άλλον. Άγγιξε τον λαιμό της, άκουσε έναν ήχο να βγαίνει απ’ το στόμα της σαν λύγμος, και το έκανε στίχο. Αγάπησε και τον Κύρνο, έναν νέο που έγινε αποδέκτης της πιο λυρικής ερωτικής ποίησης της εποχής. Εκείνον δεν τον έκρυψε. Του αφιέρωσε 300 στίχους και την υστεροφημία του.
Έλεγε πως «με τους καλούς θα μάθεις το καλό, με τους κακούς θα χαθεί κι η σκέψη σου». Κι όμως, αναγκάστηκε να ζήσει με εκείνους που κατηγορούσε. Ο πλούτος είχε αλλάξει χέρια. Οι έμποροι αγόραζαν εξουσία. Οι άκληροι έμπαιναν στη βουλή. Και οι παλιοί ευγενείς έπρεπε να σωπάσουν ή να φύγουν. Εκείνος διάλεξε να φωνάξει.
Έγραψε για τον ηθικό άνθρωπο, τον δίκαιο, τον σταθερό. Αλλά μέσα στις ελεγείες του, χώρεσε και το πένθος για έναν κόσμο που χανόταν. Ένας Ιανός, όπως έγραψε ο Νίτσε. Από τη μια κοιτούσε το παρελθόν και το έβρισκε όμορφο. Από την άλλη έβλεπε το μέλλον να έρχεται σαν βρωμιά.
Οι στίχοι του έγιναν βιβλία. Έγιναν σχολικά αναγνώσματα στην Αθήνα. Σώθηκαν επί χιλιετίες. Όταν έσβησαν άλλοι ποιητές, ο Θέογνις έμεινε. Κι ας μη μπήκε ποτέ στον κανόνα των Εννέα Λυρικών Ποιητών. Δεν είχε ανάγκη από λίστες. Είχε την αλήθεια.
Κάποιοι λένε πως έγραψε και επιγράμματα για την πολιορκία των Συρακουσών. Άλλοι λένε πως το έργο του εμπλουτίστηκε με στίχους άλλων. Μα όσοι διάβασαν τα λόγια του στον Κύρνο, ξέρουν ότι κανείς δεν θα μπορούσε να γράψει με τόση λαχτάρα, τόση ζήλεια, τόση χαρά και πόνο μαζί.
Κι όταν πέρασαν τα χρόνια, ο ίδιος ο Χριστιανισμός δεν τον αγνόησε. Ο Κλήμης Αλεξανδρείας τον παραθέτει. Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός τον εγκωμιάζει. Ακόμα και οι Ψαλμοί έχουν στίχους που μοιάζουν με δικούς του. «Με τον καλό θα γίνεις καλός, με τον διεστραμμένο θα στραβώσεις», έγραψε. Κι έμεινε.
Ήταν εξόριστος, ρακένδυτος, και πληγωμένος. Μα έγραψε όπως λίγοι. Κι όσοι σήμερα διαβάζουν Θέογνι, καταλαβαίνουν τι σημαίνει να χάνεις τα πάντα και να γίνεσαι αθάνατος.