Έδιναν αλκοόλ στους εργάτες για να ξεχνούν ότι πεινούσαν
Δεν ήταν πολυτέλεια. Ήταν η μόνη ανταμοιβή.
Ακόμη και στα πιο αυστηρά εργοστάσια της ΕΣΣΔ, η βότκα δεν ήταν απλώς ποτό. Ήταν εργαλείο πολιτικής. Ήταν επιβράβευση. Ήταν νόμισμα. Έμπαινε στα χέρια των εργατών μαζί με το δελτίο τροφίμων ή και στη θέση του. Η πείνα, η φτώχεια και οι ελλείψεις μπορούσαν να ξεχαστούν για λίγο, με μία φτηνή δόση ζάχαρης και αλκοόλης. Το κράτος το ήξερε. Και το εκμεταλλεύτηκε μέχρι τέλους.
Η ΕΣΣΔ είχε μια από τις μεγαλύτερες κρατικές ποτοποιίες στον κόσμο. Το ίδιο το καθεστώς τυποποιούσε και διένειμε το αλκοόλ, ενώ από τη δεκαετία του 1960 και μετά, το ποτό έγινε ένα από τα σημαντικότερα έσοδα του σοβιετικού κρατικού προϋπολογισμού. Σε κάποιες χρονιές, μέχρι και 1 στα 3 ρούβλια των εσόδων του κράτους προερχόταν από τη φορολογία αλκοόλ. Όταν ο εργάτης έπινε, το κράτος πλούτιζε. Και όταν δεν είχε να φάει, του έδιναν μισό λίτρο βότκα, με ευχές για την Πατρίδα.
Το φαινόμενο δεν ήταν τυχαίο. Η κούραση, οι ατελείωτες ώρες δουλειάς, η στέρηση και το ψυχολογικό βάρος της ζωής στη σοβιετική ύπαιθρο οδηγούσαν καθημερινά εκατομμύρια ανθρώπους στην κατανάλωση αλκοόλ. Οι γυναίκες έκρυβαν μπουκάλια σε ξυλόσομπες, οι άντρες πειραματίζονταν με ληγμένα καθαριστικά, κάποιοι έβραζαν πατάτες και μαγείρευαν βότκα στην αυλή. Κανείς δεν τους σταματούσε.
Σε πολλές περιοχές της Σιβηρίας, το κράτος καθιέρωσε ένα σύστημα αλκοολικού μισθού. Ο εργάτης δεν λάμβανε ολόκληρο τον μηνιαίο του μισθό σε χρήματα, αλλά σε κουπόνια για οινόπνευμα. Και όσο περισσότερη βότκα κατανάλωνε, τόσο περισσότερα χρήματα έμπαιναν στο ταμείο του κράτους. Ήταν ένα είδος «αλκοολικής εφορίας» — παράδοξο και όμως πραγματικό.
Όσοι προσπάθησαν να αλλάξουν το σύστημα, απέτυχαν. Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, μόλις ανέλαβε την ηγεσία το 1985, ξεκίνησε έναν δραστικό «αντι-αλκοολικό αγώνα». Κατάργησε την πώληση σε ώρες εργασίας, έκλεισε ποτοποιίες, απαγόρευσε τη δημόσια μέθη. Όμως το σοκ για την οικονομία ήταν τόσο μεγάλο, που λέγεται πως αυτή η πολιτική υπήρξε ένας από τους καταλύτες της πτώσης της ΕΣΣΔ. Όταν το κράτος έπαψε να ποτίζει τον λαό του, έπαψε και να τον ελέγχει.
Αυτό που ξεκίνησε ως «λύση για να ξεχάσεις τη δυστυχία» μετατράπηκε στο ισχυρότερο εργαλείο παθητικοποίησης του πληθυσμού. Κάθε λίτρο βότκας ήταν μια σιωπή, μια ανάμνηση που έσβηνε, μια διαμαρτυρία που δεν έγινε ποτέ.