Έφτασε αργοπορημένος στο μάθημα, είδε στον πίνακα 2 ασκήσεις και τις έλυσε. Είχε μόλις γράψει ιστορία.
Νόμιζε ότι ήταν ασκήσεις. Ήταν δύο από τα μεγαλύτερα άλυτα προβλήματα στατιστικής.
Ήταν το 1939. Ο George Dantzig, μεταπτυχιακός φοιτητής στο Berkeley, έτρεχε να φτάσει εγκαίρως στο μάθημα του Jerzy Neyman, του διασημότερου στατιστικολόγου της εποχής. Είχε αργήσει. Όταν μπήκε στην αίθουσα, ο πίνακας ήταν ήδη γεμάτος με σύμβολα. Ο καθηγητής ετοιμαζόταν να τα σβήσει. Ο Dantzig πρόλαβε μόνο να αντιγράψει δύο ασκήσεις. Νόμιζε ότι ήταν για το σπίτι.
Επέστρεψε σπίτι του και ξεκίνησε να λύνει τα προβλήματα. Του φάνηκαν λίγο πιο δύσκολα από τα συνηθισμένα. Χρειάστηκε μέρες. Όταν τελείωσε, παρέδωσε τις λύσεις καθυστερημένα και απολογήθηκε στον καθηγητή. Εκείνος δεν έδωσε μεγάλη σημασία. Του είπε απλώς να τις αφήσει στο γραφείο.
Πέρασαν μερικές εβδομάδες. Ώσπου ένα πρωί, ο Dantzig άκουσε χτύπημα στην πόρτα. Ήταν ο ίδιος ο Neyman. Χαμογελαστός, με τα μάτια του να λάμπουν και με μια στοίβα από χαρτιά στο χέρι. «Διάβασε αυτό αμέσως», του είπε. «Το στέλνω σήμερα για δημοσίευση».
Ο Dantzig δεν είχε λύσει δύο απλές ασκήσεις. Είχε λύσει δύο από τα πιο δύσκολα και άλυτα προβλήματα στατιστικής εκείνης της εποχής. Κανείς δεν του το είχε πει. Δεν ήξερε ότι ήταν “αδύνατο”. Απλώς τα είδε στον πίνακα και τα έλυσε. Το κείμενό του έγινε επιστημονικό άρθρο. Το όνομά του μπήκε δίπλα σε εκείνο του Neyman.
Ήταν η πρώτη φορά που το όνομα του Dantzig εμφανίστηκε σε δημοσίευση. Δεν θα ήταν η τελευταία. Λίγα χρόνια μετά, θα γινόταν ο πατέρας της γραμμικής βελτιστοποίησης, εφευρίσκοντας τον περίφημο αλγόριθμο simplex — ένα εργαλείο που άλλαξε για πάντα την οικονομία, την έρευνα επιχειρησιακών μοντέλων και κάθε μαθηματική απόπειρα να επιλέξουμε το βέλτιστο μέσα σε χιλιάδες περιορισμούς.
Εκείνη η μέρα όμως δεν είχε να κάνει με τεχνικές, με θεωρίες ή με δόξα. Ήταν απλώς μια μέρα που κάποιος έφτασε αργοπορημένος, είδε δύο προβλήματα στον πίνακα και σκέφτηκε πως απλώς είχε δουλειά για το βράδυ.