Έφτιαχνε σκούφους και πέθανε πριν την Επανάσταση, αλλά αν δεν ήταν αυτός, δεν θα είχε ξεκινήσει ποτέ
Ο Νικόλαος Σκουφάς ξεκίνησε ως φτωχός τεχνίτης, αλλά έβαλε το πρώτο λιθαράκι για την Επανάσταση.
Δεν ήταν στρατηγός. Ούτε πλούσιος έμπορος. Δεν είχε διασυνδέσεις, ούτε στρατό. Έφτιαχνε σκούφους – πίλους – σ’ ένα μικρό μαγαζί. Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος έγινε η σπίθα που άναψε τη φωτιά της Επανάστασης. Πέθανε πριν δει τη σημαία να σηκώνεται, αλλά χωρίς αυτόν δεν θα είχε σηκωθεί ποτέ.
Το πραγματικό του όνομα ήταν Νικόλαος Κουμπάρος. Γεννήθηκε το 1779 στο Κομπότι της Άρτας, σε μια οικογένεια μεσαίας τάξης. Όταν ασχολήθηκε με την πιλοποιία – την τέχνη του να φτιάχνεις σκούφους – απέκτησε το παρατσούκλι «Σκουφάς», και έτσι τον έμαθαν όλοι. Το όνομα κόλλησε πάνω του, όπως ο φτωχός πάγκος στο μαγαζί του.
Προσπάθησε να σταδιοδρομήσει στη Ρωσία, αλλά απέτυχε. Δεν πούλησε ούτε ιδέες ούτε εμπόρευμα. Όμως εκεί, στην Οδησσό, γνώρισε δύο ανθρώπους που έμελλε να αλλάξουν τη μοίρα του έθνους μαζί του: τον Αθανάσιο Τσακάλωφ και τον Εμμανουήλ Ξάνθο. Δεν τους ένωσε το εμπόριο. Τους ένωσε η ιδέα. Η Επανάσταση.
Η πρόταση για τη δημιουργία της Φιλικής Εταιρείας ήταν δική του. Όχι των άλλων. Αυτός είχε ήδη μυηθεί στις ριζοσπαστικές ιδέες μέσα από τον Κωνσταντίνο Ράδο, που ήθελε να φτιάξει μια ελληνική καρμπονάρικη οργάνωση στη Μόσχα. Ο Σκουφάς πήρε το όραμα αυτό και το έκανε πράξη.
Ξεκίνησε να μυεί Έλληνες της διασποράς, συχνά μόνος. Ο Σέκερης, ο Αναγνωστόπουλος, ο Γαλάτης, ο Κομιζόπουλος – πολλοί από αυτούς έφτασαν να γράψουν ιστορία. Αλλά τότε ήταν απλώς μυημένοι στο σκοτάδι της Οδησσού, με τον Σκουφά μπροστάρη.
Το 1818 επέμενε πως η έδρα έπρεπε να μεταφερθεί στην Πελοπόννησο, γιατί ήξερε πως εκεί θα ξεκινούσε το ξέσπασμα. Οι άλλοι δίσταζαν. Εκείνος όχι. Δεν πρόλαβε όμως. Η υγεία του τον πρόδωσε. Πέθανε στην Κωνσταντινούπολη, στο Μέγα Ρεύμα, στις 31 Ιουλίου 1818. Έτρεχε να στήσει την επανάσταση, κι έσβησε πριν τη δει.
Η Επανάσταση του 1821 τον βρήκε νεκρό, ξεχασμένο, χωρίς δόξες. Μα ήταν ήδη αργά για να τη σταματήσει κανείς. Η σπίθα είχε ανάψει.