Εκαναν δώρο έναν νάνο γελωτοποιό στον αδερφό του Αττίλα για να το διασκεδάζει. Όταν δραπέτευσε, έβαλε στρατιώτες να τον βρουν και μετά τον ρώτησε γιατί το έκανε.
Ένας νάνος από τη Μαυριτανία έγινε το αγαπημένο παιχνίδι του βασιλιά Βλέδα. Όταν το έσκασε, τον έπιασαν και του έδωσαν γυναίκα για να μη φύγει ξανά.
Το όνομά του ήταν Ζερκόν. Ήταν Μαυριτανός, μικρόσωμος, παραμορφωμένος, και γελούσε με τα πάντα – ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν όσοι τον είχαν στην υπηρεσία τους. Το πρόσωπό του ήταν τόσο αλλόκοτο που, όπως περιγράφει ο Βυζαντινός ιστορικός Πρίσκος, «έριχνε σε γέλια ολόκληρες αυλές μόνο με την παρουσία του». Το σώμα του είχε καμπούρα, τα πόδια του ήταν στραβά, η μύτη του σχεδόν ανύπαρκτη. Και όμως, για έναν βασιλιά, έγινε αναντικατάστατος.
Ο Ζερκόν ξεκίνησε τη ζωή του στη Βόρεια Αφρική, εκεί όπου τον αγόρασε ένας Βυζαντινός στρατηγός, ο Άσπαρος, για να τον έχει ως προσωπικό του γελωτοποιό. Το 432 μ.Χ. ο Άσπαρος βρισκόταν στην Αφρική ως επικεφαλής στρατιωτικής αποστολής, όταν εντόπισε τον παράξενο νάνο. Δεν άργησε να καταλάβει ότι αυτός ο άνθρωπος, μόνο με την εμφάνισή του, μπορούσε να φέρει γέλιο σε κάθε αίθουσα. Τον πήρε μαζί του.
Δέκα χρόνια αργότερα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Οι Ούννοι εισέβαλαν στη Θράκη και ο Άσπαρος αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Ο Ζερκόν πιάστηκε αιχμάλωτος και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο των Ούννων. Εκεί, τον ανέλαβε προσωπικά ο Βλέδας, ο αδερφός του Αττίλα, που τον λάτρεψε.
Ο βασιλιάς των Ούννων δεν τον άφηνε στιγμή. Του παρήγγειλε ειδική πανοπλία για το μικροσκοπικό του σώμα, τον έντυνε με κουδούνια και πολύχρωμα υφάσματα, και του ζητούσε να χορεύει και να μιμείται τους άλλους για ώρες. Ο Ζερκόν έγινε ο προσωπικός του διασκεδαστής. Δεν ήταν μόνο ένας γελωτοποιός. Ήταν το κατοικίδιο του ηγεμόνα.
Κάποια στιγμή, όμως, ο Ζερκόν εξαφανίστηκε. Έτρεξε να ξεφύγει, πιθανότατα μαζί με άλλους αιχμαλώτους. Ο Βλέδας εξοργίστηκε. Έστειλε στρατιώτες να τον ψάξουν. Τον βρήκαν και τον έφεραν πίσω, δεμένο.
Ο Βλέδας τον κοίταξε αγριεμένος και ρώτησε με βροντερή φωνή: «Γιατί το έκανες αυτό;»
Ο Ζερκόν δεν είπε πολλά. Είπε μόνο ότι έψαχνε γυναίκα, γιατί οι Ούννισσες τον απέρριπταν. Ο βασιλιάς, αντί να θυμώσει, άρχισε να γελάει τόσο δυνατά που άκουσε όλο το στρατόπεδο. Και τότε έκανε κάτι που κανείς δεν περίμενε: διέταξε μία από τις αριστοκράτισσες υπηρέτριες της βασίλισσας να τον παντρευτεί.
Αυτός ο γελωτοποιός απέδρασε από το τίποτα και βρέθηκε παντρεμένος με γυναίκα της αυλής, χάρη στο θράσος και το χιούμορ του.
Μετά τον θάνατο του Βλέδα γύρω στο 445, ο Ζερκόν πέρασε στον Αττίλα. Όμως ο νέος μονάρχης δεν τον άντεχε. Τον έδιωξε και τον χάρισε ως δώρο στον Ρωμαίο στρατηγό Αέτιο, ο οποίος τελικά τον επέστρεψε στον παλιό του κύριο, τον Άσπαρο.
Ο Ζερκόν είχε γίνει ένα περίεργο δώρο εξουσίας. Πέρασε από τη Μαυριτανία στην Αφρική, από εκεί στη Βυζαντινή αυλή, στους Ούννους, στους Ρωμαίους και ξανά πίσω. Ήταν ο άνθρωπος που κουβαλούσε πάνω του όλη την ένταση και την κωμωδία μιας εποχής όπου οι αυτοκρατορίες άλλαζαν, αλλά το γέλιο έμενε το ίδιο.
Κάποια στιγμή επιχείρησε να επιστρέψει στη γυναίκα του και ζήτησε να ταξιδέψει με μια διπλωματική αποστολή που βρισκόταν στην αυλή του Αττίλα. Το αίτημα απορρίφθηκε. Τον είδαν για τελευταία φορά να γελάει μόνος του σε ένα συμπόσιο, όπου, σύμφωνα με τον Πρίσκο, όλοι γελούσαν μαζί του εκτός από έναν: τον ίδιο τον Αττίλα.
Δεν είναι βέβαιο πού και πότε πέθανε. Πιθανότατα στην Κωνσταντινούπολη, μακριά από τις στέπες των Ούννων. Εκεί που ίσως μπορούσε να γελάσει ελεύθερα, χωρίς να φοράει πανοπλία.