Έκανε φανταστικά κολάζ με γραμματόσημα, λες και δεν του αρκούσε που ήταν κορυφαίος Έλληνας ηθοποιός
Ο Μίμης Φωτόπουλος, ένας από τους πιο αγαπημένους Έλληνες ηθοποιούς, δεν περιορίστηκε ποτέ μόνο στο θέατρο και τον κινηματογράφο.
Σαν να μην του έφτανε η σκηνή, σαν να μην τον γέμιζαν οι ρόλοι, σαν να μην ήταν αρκετά τα χειροκροτήματα. Ο Μίμης Φωτόπουλος, ένας από τους πιο εμβληματικούς Έλληνες ηθοποιούς, δεν αρκέστηκε ποτέ στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Ήταν καλλιτέχνης σε όλη τη διάστασή του. Και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στη μανία του να φτιάχνει κολάζ από γραμματόσημα, έργα μικροσκοπικής τέχνης που απαιτούσαν αφοσίωση, υπομονή και ένα μάτι εκπαιδευμένο στη λεπτομέρεια. Ίσως το ίδιο μάτι που διάβαζε τις αποχρώσεις των ρόλων του, που έδινε ζωή ακόμα και στις πιο απλές φράσεις ενός θεατρικού κειμένου.
Γεννημένος το 1913, σε μια εποχή όπου το θέατρο ήταν μαγεία και ο κινηματογράφος ένα νέο, ανεξερεύνητο σύμπαν, ο Φωτόπουλος δεν άργησε να ξεχωρίσει. Από τους πιο αγαπημένους κωμικούς ηθοποιούς της γενιάς του, έγινε σύμβολο μιας Ελλάδας που ήθελε να χαμογελάσει ακόμα και στις πιο δύσκολες εποχές. Το ταλέντο του ήταν ανεξάντλητο: μπορούσε να σταθεί δίπλα στους μεγαλύτερους, να μεταμορφωθεί με ευκολία από το ένα είδος ρόλου στο άλλο, να γεμίσει τη σκηνή μόνο με την παρουσία του. Αλλά όταν τα φώτα έσβηναν, υπήρχε μια άλλη πλευρά του, εξίσου παθιασμένη και δημιουργική.
Η συλλογή γραμματοσήμων ήταν μόνο η αρχή. Ο Φωτόπουλος δεν αρκέστηκε στη συλλογή, αλλά άρχισε να τα χρησιμοποιεί σαν πρώτη ύλη για καλλιτεχνικές δημιουργίες. Τα κολάζ του ήταν ένας κόσμος από μόνος τους, μια έκρηξη χρωμάτων και λεπτομερειών, ένα παιχνίδι φαντασίας. Άνθρωποι, τοπία, αφηρημένες μορφές έπαιρναν ζωή μέσα από μικροσκοπικά κομμάτια χαρτιού. Ήταν σαν να δημιουργούσε ρόλους, αλλά αυτή τη φορά όχι με τη φωνή και την κίνησή του, αλλά με το ψαλίδι και την κόλλα. Σαν ένας σκηνοθέτης της ίδιας του της τέχνης.
Ο Φωτόπουλος δεν ήταν απλώς ηθοποιός. Ήταν ποιητής, συγγραφέας, συλλέκτης και εικαστικός, ένας άνθρωπος που δεν μπορούσε να σταματήσει να δημιουργεί. Και κάπως έτσι, μέσα από τα γραμματόσημα, συνέχισε να αφηγείται ιστορίες, ακόμα και όταν η φωνή του σώπασε. Τα κολάζ του έμειναν σαν σιωπηλά θεατρικά έργα, σαν μικρές σκηνές γεμάτες ένταση και συναίσθημα, μια ακόμα απόδειξη πως η τέχνη δεν έχει όρια – και πως οι πραγματικοί καλλιτέχνες δεν σταματούν ποτέ να ανακαλύπτουν νέους τρόπους να εκφραστούν.