Έκαψε 2 εκατομμύρια δολάρια για να ζεστάνει την κόρη του. Γιατί δεν είχε άλλο τρόπο.
Τη νύχτα που η κόρη του κρύωνε και ήταν άρρωστη, ο Πάμπλο Εσκομπάρ έριξε στη φωτιά 2 εκατομμύρια δολάρια.
Ήταν Δεκέμβρης του 1992. Ο Πάμπλο Εσκομπάρ δεν ήταν πια ο παντοδύναμος άρχοντας της Κολομβίας. Ήταν φυγάς. Κυνηγημένος από τους πάντες: τις ΗΠΑ, την κολομβιανή αστυνομία, τους παραστρατιωτικούς, τους πρώην συμμάχους του. Είχε μόνο την οικογένειά του και λίγες μέρες ακόμα. Και ένα αγροτόσπιτο στα βουνά του Μεντεγίν, χωρίς ρεύμα, χωρίς θέρμανση, χωρίς τίποτα.
Η κόρη του, η μικρή Μανουέλα, ήταν άρρωστη. Έτρεμε. Ο αέρας της Κολομβίας στις Άνδεις δεν αστειεύεται. Ειδικά όταν δεν έχεις καυσόξυλα. Ή σόμπα. Ή κουβέρτες. Είχε μόνο αυτό που κουβαλούσε παντού: μετρητά. Τεράστια ποσά, σε σακούλες, κάτω από σανίδες, μέσα σε βαλίτσες.
Σύμφωνα με τον αδερφό του, Ρομπέρτο Εσκομπάρ, εκείνη τη νύχτα, ο Πάμπλο πήρε την απόφαση χωρίς κανένα δισταγμό. Άναψε φωτιά και έριξε μέσα 2 εκατομμύρια δολάρια σε χαρτονομίσματα για να κρατήσει ζεστή την κόρη του. Τα λεφτά έκαναν «φςςς» και χάθηκαν. Αλλά η Μανουέλα κοιμήθηκε ήσυχη εκείνη τη νύχτα.
Ήταν η πιο παράδοξη εικόνα του αιώνα: ο πλουσιότερος εγκληματίας του πλανήτη να καίει το ίδιο του το βασίλειο για να προστατεύσει κάτι που δεν είχε τιμή. Ήταν η στιγμή που το χρήμα έχασε τη σημασία του. Δεν μπορούσε να αγοράσει καλοριφέρ. Δεν μπορούσε να αγοράσει ασφάλεια. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να καεί.
Ο Πάμπλο Εσκομπάρ είχε μια αυτοκρατορία που έφτανε τα 30 δισεκατομμύρια δολάρια. Κι όμως, κρυβόταν σαν ποντίκι. Πίσω από τοίχους με μούχλα, με μία κουβέρτα, και με τους δικούς του να του λένε πως η μικρή του θα πεθάνει αν δεν ζεσταθεί. Και τότε θυμήθηκε: έχει λεφτά. Όχι για να ζήσει. Αλλά για να τα δώσει στη φωτιά.
Λίγες εβδομάδες μετά, ο Εσκομπάρ εντοπίστηκε και σκοτώθηκε σε μια ταράτσα του Μεντεγίν. Η Μανουέλα, τότε 9 ετών, επιβίωσε και ζει ακόμα σήμερα με νέο όνομα, μακριά από όλα. Εκείνο το βράδυ όμως, ο πατέρας της δεν ήταν βαρώνος, δεν ήταν δολοφόνος, δεν ήταν θρύλος. Ήταν απλώς ένας πατέρας που έκανε στάχτη ό,τι είχε, για να μη χάσει το παιδί του.