Έκλεψε λίγα κέρματα. Έγινε μύθος στην άλλη άκρη του κόσμου.
Ένας έφηβος καταδικάζεται για μια μικρή κλοπή και καταλήγει να γίνει θρύλος στην άλλη άκρη του κόσμου.
Το 1824, ο δεκαπεντάχρονος Τζέιμς Ντέιβις από τη Σκωτία μπήκε σε μια εκκλησία και άνοιξε ένα κουτί δωρεών. Μέσα υπήρχαν μόλις δυόμισι σελίνια. Ίσα-ίσα για λίγο φαγητό. Ίσως δεν είχε προλάβει να μάθει ότι τέτοια λάθη, στην εποχή του, μπορούσαν να σε στείλουν στην άλλη άκρη της Γης. Το δικαστήριο τον χαρακτήρισε μικροκακοποιό, αλλά η Βρετανική Αυτοκρατορία τον χαρακτήρισε ανεπιθύμητο. Και τον έστειλε στην Αυστραλία.
Στην αρχή φυλακίστηκε στο Μόρτον Μπέι. Ήταν ένα σωφρονιστικό κάτεργο για σκληρούς εγκληματίες, γεμάτο μαστιγώσεις, αλυσίδες και τρομερή ζέστη. Εκεί, αντί να αναμορφωθεί, αγρίεψε. Μετά την αποφυλάκισή του, έκανε μια ακόμη ληστεία. Ξαναμπήκε μέσα. Και το 1829, δραπέτευσε. Αυτή τη φορά, για πάντα.
Ο Ντέιβις τράβηξε βαθιά μέσα στη φύση της Αυστραλίας, εκεί όπου οι Βρετανοί δεν πατούσαν. Εξαφανίστηκε στα τροπικά δάση και βρήκε καταφύγιο σε μία φυλή Αβορίγινων. Δεν του ζήτησαν χαρτιά. Ούτε εξηγήσεις. Μόνο σιωπή και επιβίωση. Του έδωσαν το όνομα Ντουραμπόι – το όνομα ενός παιδιού τους που είχε πεθάνει. Πίστεψαν ότι είχε επιστρέψει στη ζωή.
Έμαθε να περπατά ξυπόλυτος, να κοιμάται στο χώμα, να κυνηγά με δόρυ και να διαβάζει τα σύννεφα για να δει πότε έρχεται καταιγίδα. Όλα όσα δεν έμαθε ποτέ στη Γλασκώβη. Ήταν λευκός, αλλά έζησε σαν να μην υπήρχαν φυλές ή χρώματα. Ήταν Βρετανός, αλλά έγινε κάτι άλλο. Κάτι πιο βαθύ.
Έμεινε 13 χρόνια με τους Αβορίγινες. Μόνο το 1842 γύρισε στον κόσμο των αποίκων, όταν τον βρήκε τυχαία ένας εξερευνητής. Ξαναέμαθε αγγλικά. Δούλεψε σιδεράς. Παντρεύτηκε τρεις φορές. Άνοιξε κατάστημα. Ξαναέχτισε τη ζωή του από την αρχή.
Αλλά ποτέ δεν έπαψε να είναι ο Ντουραμπόι.
Πέθανε στα 82 του. Χτυπημένος από τη σύζυγό του σε μια σκηνή οικιακής βίας. Είχε γλιτώσει από τις φυλακές, από τις τίγρεις του Μόρτον Μπέι, από τα δηλητηριώδη φίδια της ενδοχώρας. Δεν γλίτωσε από την τελευταία του αγάπη.
Το όνομά του υπάρχει σήμερα σε καταγραφές, σε μαρτυρίες και σε θρύλους της περιοχής. Όχι επειδή έγινε μεγάλος ή σπουδαίος. Αλλά επειδή έζησε και πέθανε σαν άνθρωπος που δοκιμάστηκε απ’ όλα – και δεν χάθηκε.