Έμαθε αρχαία ελληνικά στους Τούρκους, λατινικά στους Έλληνες και πέθανε ξεχασμένος στην Πόλη
Ήταν ο άνθρωπος που μετέδωσε την αρχαία ελληνική σε μια Αυτοκρατορία που την είχε ξεχάσει.
Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1498, από οικογένεια που κάποτε υπηρετούσε τους Φράγκους του Άργους. Το επίθετο Σαγομαλάς έγινε Ζυγομαλάς, και ο Ιωάννης έμαθε γράμματα δίπλα σε έναν από τους σπουδαιότερους Έλληνες δασκάλους της εποχής. Ο Αρσένιος Αποστόλιος του έδωσε την αρχαία γλώσσα, αλλά ο ίδιος αποφάσισε να φύγει για να μάθει και τη λατινική. Στην Πάδοβα.
Στην Ιταλία γνώρισε τη Δύση. Είδε πανεπιστήμια, εστίες, βιβλιοθήκες και καθηγητές με κύρος. Όταν γύρισε, ήταν διαφορετικός. Δεν έγινε ούτε παπάς ούτε ηγεμόνας. Έγινε ρήτορας. Κι έπειτα νοτάριος. Έπειτα δάσκαλος. Και μετά, όταν οι μαθητές του δεν έφταναν πια, πήρε τον δρόμο για την Αδριανούπολη, μόνος.
Τον κάλεσε ο Ιωάσαφ. Ο μετέπειτα Πατριάρχης. Του πρότεινε να διδάξει ελληνικά στην πόλη των Τούρκων. Και το έκανε. Για χρόνια. Χωρίς να έχει πια δίπλα του τη γυναίκα του, τη Γκρατσιόζα, ούτε τα παιδιά του. Οι Οθωμανοί τον άκουγαν. Οι Έλληνες τον μάθαιναν. Και τα κείμενα των πατέρων περνούσαν από τα χέρια του, με σελίδες αντιγραμμένες μία προς μία.
Όταν ο Ιωάσαφ έγινε Πατριάρχης, τον πήρε μαζί του στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, ο Ιωάννης Ζυγομαλάς έγινε «Μέγας Ρήτωρ». Ύστερα, «Μέγας Ερμηνευτής των Γραφών». Μιλούσε σε εποχές που η ελληνική ακουγόταν μόνο σε εκκλησίες και σπίτια εμπόρων. Και έγραφε σε γλώσσες που πολλοί είχαν ξεχάσει να διαβάζουν.
Δεν πήρε μέρος στον διάλογο με τους Λουθηρανούς, παρότι έγραφε επιστολές και δοκίμια. Ήταν σαν να ήξερε ότι η αλήθεια δεν βρίσκεται πάντα στην αντιπαράθεση, αλλά στην επιμονή. Έγραφε επιγράμματα. Προσευχές. Γραμματικές. Κείμενα για την Κοίμηση της Θεοτόκου. Και ένα «Βίο» για τον πρωτοπαππά του Ναυπλίου, τον Σταυράκιο Μαλαξό. Λες και προσπαθούσε να διασώσει ό,τι δεν θα έσωζε κανείς άλλος.
Ο ίδιος δεν έφυγε ποτέ ξανά. Έμεινε στην Πόλη μέχρι τον θάνατό του το 1584. Τότε που κανείς πια δεν θυμόταν πότε είχε έρθει. Ποιος τον είχε καλέσει. Και γιατί δίδασκε ακόμα μια γλώσσα που δεν την ήξεραν πια ούτε οι δικοί του.