Έμπαινε νύχτα από τα παράθυρα. Δεν έκλεβε. Μόνο έκοβε τα μαλλιά σου και εξαφανιζόταν
Δεν ήταν κλέφτης, ούτε δολοφόνος. Μόνο ένας άντρας που έμπαινε από το παράθυρο τη νύχτα και έκοβε μαλλιά. Το 1942, μια πόλη στον Μισισίπι ζούσε σε τρόμο από έναν κουρέα χωρίς πρόσωπο.
Το 1942, ενώ ο κόσμος καιγόταν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η μικρή πόλη Πασκαγκούλα στο Μισισίπι ζούσε τον δικό της εφιάλτη. Όχι από βόμβες. Από έναν άντρα με ψαλίδι. Δεν έκλεβε, δεν άφηνε σημειώματα, δεν μιλούσε. Έμπαινε στα σπίτια νύχτα, ήσυχα σαν φάντασμα, και έφευγε αφήνοντας πίσω τούφες από κομμένα μαλλιά.
Τον αποκάλεσαν «Phantom Barber». Οι γυναίκες ξυπνούσαν πανικόβλητες. Τα μαλλιά τους ήταν κοντύτερα, μερικές φορές σε ένα σημείο μόνο. Η αστυνομία δεν έβρισκε κανένα ίχνος παραβίασης. Μόνο παράθυρα που είχαν μείνει λίγο ανοιχτά. Σε μία περίπτωση, το μόνο που απέμεινε ήταν μια καρέκλα γυρισμένη, μια τούφα στο πάτωμα και ένα σπασμένο παντζούρι. Κανείς δεν τον είδε ποτέ.
Στην πόλη άρχισε να εξαπλώνεται παράνοια. Άνθρωποι έκρυβαν τα ψαλίδια τους. Τα κομμωτήρια έχασαν πελάτες. Κάποιοι ξυπνούσαν μέσα στη νύχτα και κάθονταν όρθιοι όλο το βράδυ, με το φως αναμμένο. Ο σερίφης μιλούσε για έναν «σαδιστή τρελό». Οι εφημερίδες όμως του έδωσαν άλλο όνομα: «ο κουρέας-φάντασμα». Ήταν το είδος τρόμου που δεν σκοτώνει, αλλά εισβάλλει στην πιο ήσυχη στιγμή σου — τον ύπνο.
Τον Αύγουστο του ’42, συνελήφθη ο William Dolan, ένας χημικός με θολό παρελθόν. Τον κατηγόρησαν για απόπειρα στραγγαλισμού σε μια γυναίκα και τον συνέδεσαν με τα κουρέματα λόγω ενός ύποπτου ψαλιδιού που βρέθηκε στο σπίτι του. Καταδικάστηκε. Αλλά η φήμη λέει ότι τα περιστατικά συνεχίστηκαν και μετά τη φυλάκισή του. Κανείς δεν ήταν σίγουρος αν έπιασαν τον σωστό.
Μέχρι σήμερα, κανείς δεν ξέρει ποιος ήταν. Ο Phantom Barber εξαφανίστηκε όπως εμφανίστηκε: χωρίς φωνή, χωρίς πρόσωπο, με ένα τελευταίο τρίξιμο παραθύρου μέσα στη νύχτα.