Ένα δυνατό ποδοσφαιρικό ποίημα του ωραίου ποιητή Νίκου Καρούζου
«Ποδόσφαιρο. Χρωματιστές φανέλες: Έχουμε φτάσει στο ένατο λεπτό του πρώτου ημιχρόνου ...»
Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου 1926 και έφυγε 28 Σεπτεμβρίου 1990.
Μ’ αρέσει η γραφή του. Έχει αμεσότητα, εσωτερική αγωνία και υπέρβαση καμιά φορά συνάμα.
Στο ποίημά του «Αγχώδης εμπειρία» που συμπεριλαμβανόταν στη συλλογή του «Πενθήματα», δημοσιευμένη το 1969, ο Νίκος Καρούζος αποδεικνύεται άριστος γνώστης του ποδοσφαίρου:
Τ’ απογεύματα της Κυριακής ανοίγω το ραδιόφωνο, σηκώνω το καπάκι της σιωπής.
Ποδόσφαιρο. Χρωματιστές φανέλες.
«Έχουμε φτάσει στο ένατο λεπτό του πρώτου ημιχρόνου …»
Κατεβάζω το καπάκι.
Πόσο μπορούμε, αλήθεια, να κοιτάζουμε στην ψυχή μας μέσα ολομόναχοι;
Απολαμβάνω για λίγο συντριπτική γαλήνη και ξανανοίγω.
«Την τελευταία στιγμή τρέχει ο Κλάφτης και κατορθώνει να βοηθήσει την κατάσταση, προσπαθεί να προωθήσει το παιχνίδι, μαρκάρεται όμως απ’ τον Πονεμένο …» –
Κλείνω. Ησυχία με θεόκλειστα παράθυρα. Ιδεώδης ηρεμία των δευτερολέπτων.
Ανοίγω. Την άρνηση πνίγω.
« …ένα πλάγιο άουτ υπέρ της Ενώσεως. Το εκτελεί γρήγορα ο Κλούβας …» –
αλλά ξανακλείνω ζαλισμένος.
Φοβερό καπάκι. Πυκνότερη σιωπή. Ανάβω κεράκι και χαίρομαι την εξουσία μου.
Ο θάνατος εργάζεται εδώ και εκεί. Ξανανοίγω.
«Κοντρολάρει έξω απ’ τη μεγάλη περιοχή …»
Όλο το γήπεδο σείεται με καταρρακτώδη βροχή.
« …τη μπάλα τώρα έχει ο Γρηγορίδης και ψάχνει μάταια να βρει συμπαίχτη του…»
Έτσι, στοχάζομαι, προβάλλει η ψυχή στη ματαιότητα λάμπει.
Τώρα μπερδεύτηκα πια μες στις φωνές ουρλιάζουν τα πάντα.
« …ο Πονεμένος σουτάρει από πολύ κοντά ο Αρχειοφύλαξ αποκρούει …»
Ν’ ανοίξω το παράθυρο, το παράθυρο, το παράθυρο.
Αυτή η ζωή … Αυτή η δύναμη… Να ‘χει στην ίδια δυνατότητα την ησυχία και το σάλο…
Τ’ απογεύματα της Κυριακής ανοίγω το ραδιόφωνο, σηκώνω το καπάκι της σιωπής.
Ποδόσφαιρο. Χρωματιστές φανέλες.
«Έχουμε φτάσει στο ένατο λεπτό του πρώτου ημιχρόνου …»
Κατεβάζω το καπάκι.
Πόσο μπορούμε, αλήθεια, να κοιτάζουμε στην ψυχή μας μέσα ολομόναχοι;
Απολαμβάνω για λίγο συντριπτική γαλήνη και ξανανοίγω.
«Την τελευταία στιγμή τρέχει ο Κλάφτης και κατορθώνει να βοηθήσει την κατάσταση, προσπαθεί να προωθήσει το παιχνίδι, μαρκάρεται όμως απ’ τον Πονεμένο …» –
Κλείνω. Ησυχία με θεόκλειστα παράθυρα. Ιδεώδης ηρεμία των δευτερολέπτων.
Ανοίγω. Την άρνηση πνίγω.
« …ένα πλάγιο άουτ υπέρ της Ενώσεως. Το εκτελεί γρήγορα ο Κλούβας …» –
αλλά ξανακλείνω ζαλισμένος.
Φοβερό καπάκι. Πυκνότερη σιωπή. Ανάβω κεράκι και χαίρομαι την εξουσία μου.
Ο θάνατος εργάζεται εδώ και εκεί. Ξανανοίγω.
«Κοντρολάρει έξω απ’ τη μεγάλη περιοχή …»
Όλο το γήπεδο σείεται με καταρρακτώδη βροχή.
« …τη μπάλα τώρα έχει ο Γρηγορίδης και ψάχνει μάταια να βρει συμπαίχτη του…»
Έτσι, στοχάζομαι, προβάλλει η ψυχή στη ματαιότητα λάμπει.
Τώρα μπερδεύτηκα πια μες στις φωνές, ουρλιάζουν τα πάντα.
« …ο Πονεμένος σουτάρει από πολύ κοντά ο Αρχειοφύλαξ αποκρούει …»
Ν’ ανοίξω το παράθυρο, το παράθυρο, το παράθυρο.
Αυτή η ζωή … Αυτή η δύναμη… Να ‘χει την ίδια δυνατότητα, την ησυχία και το σάλο…