Έπαιξε στην Επίδαυρο, δίδαξε στο Μόναχο και μεγάλωσε με τη σιωπή. O Γιάννης Ζουγανέλης διδάσκει την Τέχνη με τη ζωή του
Μεγάλωσε με κωφούς γονείς, ένιωσε πρώτα τον ήχο με το σώμα κι έπειτα με την ψυχή. Ο Γιάννης Ζουγανέλης δεν έφτιαξε απλώς καριέρα, έδωσε ζωή στην ίδια την τέχνη.
Δεν τον γοήτεψαν ποτέ τα φώτα. Τον μάγεψαν οι σκιές. Ο Γιάννης Ζουγανέλης δεν γεννήθηκε για να είναι διάσημος. Γεννήθηκε για να μιλάει εκεί που οι άλλοι σωπαίνουν. Κι αυτό το έμαθε από την πρώτη του ανάσα: σε ένα σπίτι χωρίς ήχους, αλλά γεμάτο βλέμματα, αγγίγματα και παλμούς.
Οι γονείς του δεν μπορούσαν να ακούσουν ούτε το πρώτο του κλάμα . Κι όμως, του χάρισαν το πιο βαθύ μάθημα: ότι η επικοινωνία είναι πράξη, όχι λέξη. Πριν καν πάει σχολείο, ο Ζουγανέλης άρχισε να «ακούει» τον κόσμο μέσα από το δέρμα του. Έτσι έμαθε μουσική.
Το πρώτο του όργανο δεν ήταν πιάνο ή κιθάρα. Ήταν η παρατήρηση. Ο ρυθμός που ένιωθε όταν κάποιος περπατούσε. Το πάτημα στο έδαφος, οι κινήσεις των χειλιών. Μπήκε στην εκκλησία όχι για να προσευχηθεί, αλλά για να ακούσει βυζαντινούς ήχους με το στομάχι. Και μπήκε στα ωδεία όπως άλλοι μπαίνουν στο στρατό – με απόλυτη πειθαρχία.
Δεν έμαθε απλώς αρμονία και πιάνο. Τα έσπασε και τα ξανάχτισε από την αρχή. Η υποτροφία του στο Μόναχο για τα «Δέκα Βυζαντινά Δοκίμια» ήταν το πρώτο σημάδι πως η μουσική του δεν είναι ελληνική ή γερμανική. Είναι παγκόσμια.
Από τις πρώτες του ηχογραφήσεις, σε ηλικία μόλις 15 ετών , μέχρι τη συνεργασία με τον Σαββόπουλο, τον Άσιμο, τον Γκαϊφύλλια , ο Ζουγανέλης δεν προσέφερε τραγούδια. Πρόσφερε προτάσεις ζωής. Σύντομα, άρχισε να γράφει για μπαλέτο, αρχαίο δράμα, τηλεόραση, παιδικές εκπομπές, μιούζικαλ. Το έργο του «Ατρείδες» βγήκε από τη Deutsche Grammophon . Άλλα έργα του κυκλοφόρησαν από την SONET και την CBS. Έπαιξε με τις σιωπές, συνέθεσε με ρωγμές.
Αλλά δεν σταμάτησε ποτέ εκεί. Η παιδική εκπομπή «Γύρω-γύρω όλοι» άλλαξε το τηλεοπτικό τοπίο τη δεκαετία του ’80. Ήταν η πρώτη φορά που η εκπαίδευση, η μουσική και το χιούμορ συνυπήρχαν σε δημόσια τηλεόραση με ουσία. Παιδιά, γονείς, εκπαιδευτικοί – όλοι θυμούνται ακόμα τους στίχους και τη μελωδία.
Ο Ζουγανέλης δεν είδε ποτέ το θέατρο ως σκηνή. Το είδε ως δήλωση. Έπαιξε στην Επίδαυρο με τον ίδιο σεβασμό που μιλούσε στα παιδιά του ΙΑΣΜΟΥ. Ερμήνευσε Αριστοφάνη, έγραψε μουσική για τον Μολιέρο, τον Μπρεχτ, τον Σαίξπηρ και τον Λόρκα. Από τον Ποταμίτη και τον Βουτσά, μέχρι την Καρέζη και τον Κατράκη, συνεργάστηκε με τους πάντες – και πάντα χωρίς βεντετισμό.
Η αληθινή του σκηνή όμως ήταν αλλού. Ήταν στα σχολεία, στα σεμινάρια, στους χώρους όπου οι μαθητές δεν ήξεραν τι είναι «δύσκολη μουσική» αλλά ένιωθαν τι σημαίνει να τους καταλαβαίνουν. Δίδαξε στην Αγία Βαρβάρα, στο Εθνικό Θέατρο, στο Μόναχο , παντού. Όχι για να τον θυμούνται, αλλά για να θυμούνται οι άλλοι τον εαυτό τους.
Το 1996, έργα του παρουσιάστηκαν στην απονομή των βραβείων Νόμπελ . Το 2002 βραβεύτηκε για περισσότερες από 500.000 πωλήσεις των έργων του . Κι όμως, η μεγαλύτερη επιτυχία του είναι ότι δεν φώναξε ποτέ για να ακουστεί. Και τον άκουσαν όλοι.
Ο Ζουγανέλης δεν είναι καλλιτέχνης. Είναι ορισμός του γιατί υπάρχει τέχνη. Για να επικοινωνούμε όταν δεν υπάρχουν λέξεις. Για να μεταδίδουμε συναίσθημα όταν η φωνή δεν φτάνει. Και για να θυμόμαστε ότι κάποτε ένα παιδί, που δεν το άκουσαν ποτέ οι γονείς του να λέει «μπαμπά» ή «μαμά», έγινε η φωνή μιας ολόκληρης χώρας.