Έστελνε ο ίδιος επιταγές σε οικογένειες που είχαν ανάγκη, κι ας μην τους είχε γνωρίσει ποτέ
Δεν τους είχε δει ποτέ. Αλλά τους έστελνε προσωπικές επιταγές, μέχρι και 5.000 δολάρια, μόνο επειδή είχαν ανάγκη.
Δεν υπήρχε υπάλληλος στον Λευκό Οίκο που να μην ήξερε τι έκανε κάθε βράδυ ο Ρόναλντ Ρίγκαν. Καθόταν στο γραφείο του, διάβαζε γράμματα απλών ανθρώπων που δεν θα τον έβλεπαν ποτέ από κοντά. Και πολλές φορές, χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν, έγραφε μια επιταγή με το χέρι του. Από τον δικό του λογαριασμό.
Δεν τις υπέγραφε σαν Πρόεδρος. Ούτε έβαζε το κράτος να βοηθήσει. Ήταν δικές του επιταγές, που έφευγαν με το ταχυδρομείο για οικογένειες που ζούσαν μέσα στη φτώχεια, που είχαν χάσει παιδιά, που κινδύνευαν να χάσουν τα σπίτια τους. Κάποιες ήταν 1.000 δολάρια. Άλλες 5.000. Ίσως και περισσότερα.
Οι άνθρωποι που τις λάμβαναν, δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως ένας πρόεδρος, που δεν τους είχε δει ποτέ, τους έστελνε λεφτά. Όχι από φιλανθρωπία. Από συμπόνια. Έλεγε πως «αν έχεις τη δύναμη να κάνεις κάτι καλό και δεν το κάνεις, τότε τι σημασία έχει η δύναμή σου;».
Υπήρχαν περιπτώσεις όπου δεν αρκούσε μόνο το χρήμα. Όταν ένα παιδί είχε ανάγκη από μεταμόσχευση ή επείγουσα μεταφορά, και δεν υπήρχε αεροπλάνο διαθέσιμο, ο Ρίγκαν επικοινωνούσε απευθείας με την Πολεμική Αεροπορία. Κι έδινε εντολή. Όχι για στρατιωτική αποστολή. Αλλά για να σωθεί μια παιδική ζωή.
Δεν το μάθαινε ο κόσμος. Δεν το διαφήμιζε ποτέ. Ούτε καν οι συνεργάτες του δεν ήξεραν όλες τις ιστορίες. Μόνο όταν αποχώρησε από το αξίωμα, και άρχισαν να μιλούν πρώην υπάλληλοι του Λευκού Οίκου, μαθεύτηκε πόσοι άνθρωποι χρωστούν τη ζωή τους, το σπίτι τους ή ένα καινούργιο ξεκίνημα σε έναν πρόεδρο που απλώς άνοιγε γράμματα και ένιωθε.
Ήταν ο ίδιος που ως παιδί είχε ζήσει φτώχεια. Που είχε δει τον πατέρα του μεθυσμένο να χάνει δουλειές. Που έμαθε να μη θεωρεί τίποτα δεδομένο. Και να κάνει το καλό χωρίς να περιμένει ευχαριστώ.