Έστειλε επιστολή στον Πρωθυπουργό της Τουρκίας για να σωθούν άνθρωποι που κινδύνευαν
Το 1933, ο Αϊνστάιν έστειλε μια επιστολή στον Πρωθυπουργό της Τουρκίας για να σώσει ανθρώπους που διώκονταν. Δεν ανέφερε ποιοι ήταν. Το έκανε για να μην τους βλάψει.
Ήταν 17 Σεπτεμβρίου 1933 όταν ο Άλμπερτ Αϊνστάιν πήρε στα χέρια του ένα χαρτί με το επίσημο λογότυπο της Emergency Committee in Aid of Displaced German Scholars. Το υπέγραψε με το χαρακτηριστικό του σφίξιμο και το έστειλε στον Πρωθυπουργό της Τουρκίας. Δεν τον παρακαλούσε για τον εαυτό του. Δεν ζητούσε χάρη. Ζητούσε κάτι που είχε ήδη αρχίσει να μοιάζει απελπισμένο: να σωθούν άνθρωποι.
Η επιστολή ήταν σύντομη και ψύχραιμη. Μέσα σε λίγες γραμμές, ο Αϊνστάιν περιέγραφε μια κατάσταση που στην Ευρώπη είχε αρχίσει να γίνεται αφόρητη. Δεν ανέφερε λέξεις όπως «Γερμανία», «Χίτλερ», «διωγμοί» ή «Εβραίοι». Δεν χρειαζόταν. Όποιος διάβαζε εκείνο το γράμμα, ήξερε. Ήξερε γιατί αυτοί οι επιστήμονες έπρεπε να φύγουν. Ήξερε ότι αν δεν τους δεχόταν κάποια χώρα, απλώς δεν θα υπήρχαν πια.
Το γράμμα απευθυνόταν στον Ισμέτ Ινονού, τον τότε Πρωθυπουργό της Τουρκίας. Ο Αϊνστάιν του ζητούσε να επιτρέψει σε σαράντα επιστήμονες και δασκάλους να συνεχίσουν το έργο τους σε τουρκικά πανεπιστήμια και ινστιτούτα. Δεν τους παρουσίασε ως πολιτικά θύματα ή πρόσφυγες. Τους αποκάλεσε ανθρώπους με «σημαντική παιδευτική αξία», που θα ωφελούσαν το τουρκικό κράτος με την παρουσία τους.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Αϊνστάιν προσπαθούσε να μεσολαβήσει για να σωθούν διωκόμενοι επιστήμονες. Όμως αυτή η επιστολή είχε κάτι διαφορετικό. Είχε αποδέκτη ένα κράτος που μόλις είχε αρχίσει να μεταμορφώνεται. Ένα κράτος που επένδυε στον εκσυγχρονισμό και τη Δύση, αλλά που ακόμα πάλευε να αποφασίσει σε ποια πλευρά της ιστορίας θα σταθεί.
Η Τουρκία ανταποκρίθηκε. Και αυτοί οι σαράντα επιστήμονες—που ποτέ δεν κατονομάζονται στην επιστολή—βρέθηκαν στα πανεπιστήμια της Άγκυρας και της Κωνσταντινούπολης. Μαζί τους ήρθαν πολλοί άλλοι, δημιουργώντας ένα άτυπο μεταναστευτικό κύμα ανθρώπων που είχαν αποκοπεί από τις ρίζες τους, αλλά βρήκαν γη να συνεχίσουν τη σκέψη, τη διδασκαλία και τη ζωή.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Αϊνστάιν, ενώ ήταν ήδη μια παγκόσμια μορφή, έγραψε το γράμμα με τη σεμνότητα ενός ανθρώπου που δεν ήθελε να πιέσει, αλλά να εμπνεύσει. Δεν ζήτησε φιλανθρωπία. Πρότεινε επένδυση. Το έκανε έτσι, γιατί ήξερε πως ο λόγος του δεν μπορούσε να ακουστεί δυνατά χωρίς να κινδυνεύσει ακόμα περισσότερο αυτός που πήγαινε να σωθεί.
Πολλοί από αυτούς που ήρθαν στην Τουρκία χάρη σ’ εκείνη την επιστολή έγιναν θεμελιωτές της τουρκικής ανώτατης εκπαίδευσης. Κάποιοι έμειναν για πάντα. Κάποιοι έφυγαν, όταν ο πόλεμος τελείωσε. Αλλά όλοι, χωρίς να το γνωρίζουν, χρωστούσαν τη ζωή τους σε μια επιστολή που δεν έγραφε το όνομά τους.
Μια επιστολή που δεν είπε ποτέ τη λέξη που εξηγούσε τα πάντα.