Έστησαν τη σύγκρουση τρένων για να διασκεδάσουν τον κόσμο. Δύο θεατές σκοτώθηκαν κι όμως, όλοι το αποκάλεσαν επιτυχία.
Έστησαν μια μετωπική σύγκρουση δύο τρένων μπροστά σε 40.000 άτομα. Όταν οι λέβητες εξερράγησαν, δύο θεατές σκοτώθηκαν. Κι όμως, όλοι το αποκάλεσαν επιτυχία.
Στο Τέξας του 1896, ο κόσμος δεν είχε κινηματογράφο. Δεν είχε τηλεόραση, δεν είχε YouTube. Αλλά είχε τρένα. Και οι σιδηροδρομικές εταιρείες έψαχναν τρόπους να κάνουν εντύπωση. Έτσι, κάποιος σκέφτηκε κάτι αδιανόητο: να στήσουν μια μετωπική σύγκρουση δύο τρένων με πλήρη ταχύτητα, μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες θεατές. Όχι κατά λάθος — επίτηδες. Για διασκέδαση.
Το σχέδιο ήταν του William George Crush, εκπροσώπου της εταιρείας Missouri–Kansas–Texas Railroad. Έστησε μια ολόκληρη πρόχειρη πόλη, την ονόμασε Crush, Texas, και διαφήμισε το γεγονός παντού. Οι εφημερίδες της εποχής το αποθέωσαν. Την ημέρα της σύγκρουσης, πάνω από 40.000 άνθρωποι έφτασαν με κάθε μέσο — σιδηρόδρομοι, άμαξες, ακόμα και με τα πόδια — για να δουν δύο ατμομηχανές να τρέχουν με 70 χιλιόμετρα την ώρα η μία προς την άλλη.
Η σύγκρουση έγινε ακριβώς όπως την είχαν υπολογίσει. Μόνο που δεν είχαν προβλέψει τι θα συνέβαινε μετά. Οι λέβητες των δύο μηχανών εξερράγησαν από την πίεση. Κομμάτια μετάλλου εκτοξεύτηκαν σαν θραύσματα όλμου μέσα στο πλήθος. Δύο άνθρωποι σκοτώθηκαν. Ένας φωτογράφος έχασε το μάτι του. Πολλοί τραυματίστηκαν σοβαρά.
Και όμως, η εκδήλωση θεωρήθηκε τεράστια επιτυχία. Η εταιρεία πούλησε χιλιάδες εισιτήρια. Οι εφημερίδες έγραψαν για το “μεγαλύτερο θέαμα του αιώνα”. Ο ίδιος ο Bill Crush απολύθηκε την επόμενη μέρα… αλλά λίγο αργότερα επανήλθε κανονικά στη θέση του. Ο θάνατος δύο ανθρώπων δεν ήταν αρκετός για να σβήσει τη “δόξα” του θεάματος.
Από τότε, η σύγκρουση αυτή μπήκε στην Ιστορία. Όχι ως ατύχημα. Αλλά ως η πρώτη — και τελευταία — επίσημη συντριβή τρένων για ψυχαγωγία. Ένα γεγονός τόσο παράλογο, που μοιάζει με φαντασία. Κι όμως, συνέβη. Με χειροκροτήματα, με μαρτυρίες, με αναμνηστικά καρτ-ποστάλ. Και με δύο νεκρούς, που πήγαν να δουν τρένα να συγκρούονται — και δεν γύρισαν ποτέ σπίτι.