Έβαφαν τα νεκρά σώματα με κόκκινη ώχρα και τους έβαζαν σε στάσεις εμβρύου. Ήθελαν να ξαναγεννηθούν.
Τους έθαβαν σαν μωρά και τους έβαφαν με το χρώμα του αίματος. Δεν τους αποχαιρετούσαν. Τους προετοίμαζαν.
Δεν είχαν θεούς, δεν είχαν λέξεις. Είχαν μόνο σώματα που τα δίπλωναν σαν νεογέννητα και τα σκέπαζαν με αίμα από πέτρα. Η κόκκινη ώχρα ήταν παντού: στα μάγουλα, στα χέρια, στο στήθος. Ένα σώμα έτοιμο να πεθάνει βαφόταν με το χρώμα της ζωής. Όχι για να το τιμήσουν. Για να το στείλουν πίσω απ’ όπου ήρθε.
Στην Παλαιολιθική και τη Νεολιθική εποχή, οι άνθρωποι δεν έκαιγαν τους νεκρούς. Τους έθαβαν προσεκτικά, μαζεμένους σαν έμβρυα, με τα γόνατα στο στήθος και το κεφάλι γυρισμένο προς τα μέσα. Ήταν η στάση του σώματος μέσα στη μήτρα. Ήταν η επιστροφή. Τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Η ώχρα έδινε στο δέρμα το χρώμα της γέννας και του αίματος. Σαν να τους ετοίμαζαν για κάτι άλλο.
Από τη Γαλλία ως τη Σιβηρία και από το Ισραήλ ως τη Βόρεια Αφρική, οι σκελετοί βρέθηκαν σε αυτή τη στάση. Δίπλα τους συχνά υπήρχαν κοχύλια, πέτρες, εργαλεία ή ζώα. Όλα σε μια τελετουργία που επαναλαμβανόταν για χιλιάδες χρόνια. Δεν ήταν ταφή. Ήταν μια πρόποση στη ζωή που θα ερχόταν μετά.
Οι ανθρωπολόγοι δεν συμφωνούν όλοι στο γιατί. Αλλά τα χέρια που κράτησαν τις πέτρες, οι στόχοι που σημάδεψαν οι ζωγραφιές, τα μάτια που κοιτούσαν τις φλόγες γύρω απ’ τους νεκρούς, κάτι ήξεραν. Πίστευαν ότι πεθαίνεις μόνο όταν το ξεχάσεις. Κι αυτοί δεν ξεχνούσαν. Έβαζαν τα σώματα βαθιά στη γη, τυλιγμένα σαν βρέφη, να περιμένουν το επόμενο ξημέρωμα.
Το χώμα δεν ήταν μόνο τάφος. Ήταν μήτρα. Και η ώχρα δεν ήταν στολίδι. Ήταν αίμα.