Έβαζαν εισιτήριο στο άσυλο για να πηγαίνει ο κόσμος και να βλέπει τους ψυχικά ασθενείς σαν αξιοθέατο
Στο Bedlam, το κοινό πλήρωνε για να δει τους ψυχικά ασθενείς σαν αξιοθέατο. Ήταν το πιο σκοτεινό «θέατρο» της εποχής.
Στο Λονδίνο του 18ου αιώνα, πριν εφευρεθεί η λέξη «ψυχική υγεία», υπήρχε ένα μέρος που λεγόταν Bedlam. Ήταν το ψυχιατρείο της εποχής, το επίσημο όνομά του ήταν Bethlem Royal Hospital. Αλλά για τον απλό κόσμο, ήταν κάτι άλλο. Ήταν θέαμα. Ήταν διασκέδαση. Ήταν αξιοθέατο.
Οι επισκέπτες έμπαιναν με εισιτήριο. Ένα μικρό αντίτιμο. Μερικά νομίσματα. Κι αυτό τους έδινε πρόσβαση σε έναν κόσμο που για τους ίδιους ήταν φρίκη, αλλά για το κοινό… αξιοπερίεργο. Οι ψυχικά ασθενείς ήταν πίσω από κάγκελα ή σε κοινόχρηστους χώρους. Οι επισκέπτες τους κοιτούσαν, τους σχολίαζαν, τους χλεύαζαν. Μερικοί τούς πέταγαν φαγητό. Άλλοι γελούσαν. Κάποιοι, απλώς παρατηρούσαν.
Το Bedlam είχε τόσο μεγάλη επισκεψιμότητα, που κάποια χρόνια ήταν το δεύτερο πιο δημοφιλές αξιοθέατο του Λονδίνου, μετά τον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Παύλου. Ορισμένοι έλεγαν πως έπρεπε να πας, όπως πας στο θέατρο ή στο τσίρκο. Ήταν κοινωνική εμπειρία. Το έλεγαν “moral education”. Οι γιατροί το δικαιολογούσαν λέγοντας πως «η επαφή με τον τρελό βοηθά τον λογικό να καταλάβει την ισορροπία».
Κάποιοι ασθενείς γίνονταν «διάσημοι» μέσα στους τοίχους. Υπήρχαν ονόματα, φήμες, ιστορίες για τον «ένα που μιλάει με τον Θεό» ή την «κυρία που πιστεύει πως είναι πουλί». Ο κόσμος διψούσε να τους δει. Όχι να τους καταλάβει. Όχι να τους βοηθήσει.
Το σύστημα άρχισε να καταρρέει προς τα τέλη του 18ου αιώνα. Η ευαισθητοποίηση μεγάλωσε, το σκάνδαλο άρχισε να μυρίζει, και το κοινό σταμάτησε να πληρώνει για να δει τον πόνο. Αλλά για δεκαετίες, το Bedlam δεν ήταν απλώς ψυχιατρείο. Ήταν θέαμα κανονικό. Με εισιτήριο. Με πλήθος. Με ησυχία μόνο όταν έσβηναν τα φώτα.