Έβγαλε περιουσία πουλώντας εκρηκτικά. Όταν τον είπαν έμπορο του θανάτου, έγραψε μια διαθήκη που άλλαξε τον κόσμο.
Τον αποκάλεσαν «έμπορο του θανάτου» πριν καν πεθάνει
Το 1888, μια γαλλική εφημερίδα δημοσίευσε τον επικήδειο ενός ανθρώπου που ήταν ακόμα ζωντανός. Ο τίτλος ήταν σοκαριστικός: «Ο έμπορος του θανάτου πέθανε». Έγραφε για έναν πλούσιο βιομήχανο που είχε χτίσει την αυτοκρατορία του επάνω στα εκρηκτικά. Δεν είχε πεθάνει όμως εκείνος, αλλά ο αδελφός του.
Ο ίδιος διάβασε με τα μάτια του τι θα έλεγαν για αυτόν όταν θα πέθαινε. Και αυτό τον τσάκισε. Δεν ήθελε να μείνει στην ιστορία σαν τον άνθρωπο που πλούτισε από το μπαρούτι και τη βία. Τότε άρχισε να ξαναγράφει το μέλλον του. Όχι μόνο το δικό του — αλλά και του κόσμου.
Ήταν εφευρέτης και επιχειρηματίας, είχε καταθέσει εκατοντάδες πατέντες. Αλλά ήταν το δυναμίτη που τον έκανε πλούσιο. Τον διαφήμιζε ως εργαλείο για τα ορυχεία, μα γρήγορα βρέθηκε στα πεδία των μαχών. Η ενοχή δεν είχε προλάβει να τον κυριεύσει — μέχρι που είδε την εικόνα του ως μαυροφορεμένου Εωσφόρου στην εφημερίδα.
Η συνείδησή του έσπασε. Πέρασε τα επόμενα χρόνια κλεισμένος στο σπίτι του, γράφοντας και ξαναγράφοντας μια διαθήκη. Δεν είχε παιδιά. Είχε όμως τύψεις. Και ήθελε να αφήσει κάτι που να εξιλεώνει τον εαυτό του, να κάνει καλό, να υψώσει τη φήμη του εκεί που δεν θα έφτανε ποτέ ο θόρυβος των εκρήξεων.
Όταν τελικά πέθανε για αληθινά, το 1896, άφησε την περιουσία του σε έναν σκοπό που δεν είχε αποκαλύψει σε κανέναν. Ζήτησε να ιδρυθεί ένα ίδρυμα που θα βραβεύει κάθε χρόνο όσους συμβάλλουν στην ειρήνη, την επιστήμη, τη λογοτεχνία και την πρόοδο της ανθρωπότητας.
Οι συγγενείς σοκαρίστηκαν. Κανείς δεν το περίμενε. Άρχισαν να αμφισβητούν τη διαθήκη. Προσέφυγαν στα δικαστήρια. Ένας σουηδός τραπεζίτης και ένας νεαρός μηχανικός πήραν στα χέρια τους τη διαχείριση. Και πάλεψαν να υλοποιήσουν τη βούληση του νεκρού.
Χρειάστηκαν πέντε χρόνια για να ξεπεραστούν τα εμπόδια. Αλλά το 1901, η πρώτη απονομή των βραβείων ήταν γεγονός. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: ακόμα και οι πιο σκληροί βιομήχανοι μπορούν να μείνουν στην ιστορία όχι για το τι έφτιαξαν, αλλά για το τι άφησαν πίσω.
Το όνομα του «εμπόρου του θανάτου» έμεινε στην αιωνιότητα. Όχι για τις εκρήξεις του, αλλά για εκείνους που τις σταμάτησαν. Για τους επιστήμονες, τους συγγραφείς, τους ειρηνοποιούς. Για εκείνους που άλλαξαν τον κόσμο — όπως είχε αλλάξει κι αυτός τη συνείδησή του.