Γέμισαν την Κίνα με ναρκομανείς για να πουλάνε τσάι. Το έγκλημα του αιώνα
40 εκατομμύρια εξαρτημένοι, κατεστραμμένες οικογένειες και πόλεις που έπνιξαν οι καπνοί του οπίου. Όλα για να γεμίζει η Ευρώπη τσαγιέρες.
Στις αρχές του 19ου αιώνα, η Κίνα ήταν αυτάρκης. Είχε τεράστιους φυσικούς πόρους, εξαιρετική γεωργία και εμπορικά αγαθά όπως το τσάι, το μετάξι και την πορσελάνη — προϊόντα περιζήτητα στην Ευρώπη.
Το πρόβλημα; Δεν ήθελε τίποτα από τη Δύση. Και το εμπόριο ήταν μονόπλευρο.
Η Βρετανία, πνιγμένη στο εμπορικό της έλλειμμα, έδωσε λύση με δηλητήριο: όπιο. Καλλιεργημένο μαζικά στην Ινδία, το εξήγαγε μαζικά στην Κίνα μέσω της British East India Company. Στην αρχή λαθραία — έπειτα με κανόνες, υπογραφές και κανόνια.
Ακολούθησαν οι δύο Πόλεμοι του Οπίου (1839–42 και 1856–60). Η Κίνα ηττήθηκε, ταπεινώθηκε και εξαναγκάστηκε να ανοίξει τα λιμάνια της. Οι Βρετανοί έμποροι ξεφόρτωναν κασόνια με όπιο στη Σαγκάη, το Καντόνι, την Φουζού. Οι Κινέζοι έδιναν ασήμι, γυναίκες και παιδιά. Το τσάι συνέχισε να ρέει προς το Λονδίνο.
Μέχρι το 1880, ο αριθμός των εξαρτημένων είχε φτάσει τα 40 εκατομμύρια. Πόλεις ολόκληρες είχαν μετατραπεί σε λήθαργους με καπνούς, με άντρες και γυναίκες ξαπλωμένους σε σανίδες μέσα σε όπιο-ντενς. Οικογένειες διαλύθηκαν. Παιδιά πουλιούνταν για μια τζούρα.
Οι τοπικοί άρχοντες έπαιρναν μίζες για να κάνουν τα στραβά μάτια. Και όποιος μιλούσε, τον σώπαιναν με το κανόνι: οι Βρετανοί είχαν πάντα πολεμικά πλοία αγκυροβολημένα έξω από τα λιμάνια.
Το όπιο δεν ήταν απλά ένα ναρκωτικό. Ήταν όπλο γεωπολιτικής κυριαρχίας. Μια μορφή χημικού πολέμου με κέρδος.
Το τέλος ήρθε μόνο με τη βία. Ο Μάο Τσε Τουνγκ εξαπέλυσε μία από τις πιο αμείλικτες εκστρατείες “απεξάρτησης” στην ιστορία.
Οι έμποροι εκτελούνταν δημόσια. Οι χρήστες είτε πέθαιναν είτε καθαρίζονταν μέσα σε σκληρά κρατικά κέντρα. Η Κίνα έβγαλε την παπαρούνα από τις φλέβες της — αλλά το τίμημα είχε ήδη γραφτεί στην Ιστορία.
Γιατί το όπιο έφερε τσάι στους Άγγλους — και κόλαση στους Κινέζους.