Για κάθε έναν στρατιώτη που τραυματιζόταν, σκότωναν 100 άμαχους για αντίποινα.
Υπέγραψε εντολή να σκοτώνονται 100 άμαχοι για κάθε Γερμανό στρατιώτη που τραυματιζόταν.
Το φθινόπωρο του 1941, στη Σερβία, οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής εφάρμοσαν ένα από τα πιο απάνθρωπα διατάγματα στην ιστορία του πολέμου. Ο επικεφαλής των δυνάμεων, στρατάρχης Μαξιμίλιαν φον Βάιξ, υπέγραψε εντολή που προέβλεπε πως για κάθε τραυματισμένο Γερμανό στρατιώτη, θα εκτελούνταν 100 ντόπιοι άμαχοι. Αν σκοτωνόταν κάποιος, οι άμαχοι που θα πέθαιναν θα ήταν 150.
Η εντολή δεν ήταν λόγια. Ήταν γραπτή οδηγία, την οποία εφάρμοσαν με ευλαβική ακρίβεια. Όταν, για παράδειγμα, 10 Γερμανοί σκοτώθηκαν κοντά στο Κράγκουγιεβατς, μέσα σε λίγες μέρες συγκέντρωσαν χιλιάδες πολίτες — δασκάλους, μαθητές, παπάδες, φτωχούς αγρότες — και εκτέλεσαν περίπου 2.800 ανθρώπους. Στην περιοχή Κρούσεβατς, άλλοι 1.700.
Ο ίδιος ο Βάιξ, γόνος βαυαρικής καθολικής αριστοκρατίας, έβλεπε αυτές τις πράξεις ως «απαραίτητο μάθημα» για τους πληθυσμούς των Βαλκανίων. Στα έγγραφά του χρησιμοποιούσε τεχνοκρατικές εκφράσεις, σαν να μη μιλούσε για ζωές αλλά για ποσότητες. Πίστευε πως μόνο με μαζικές σφαγές θα επιβληθεί «πειθαρχία» στους κατοίκους.
Οι επιθέσεις των ανταρτών δεν σταματούσαν, αλλά η απάντηση ήταν πάντα η ίδια: κατεστραμμένα χωριά, απαγχονισμένοι πολίτες, δημόσιες εκτελέσεις. Πολλές φορές, οι Γερμανοί έστηναν ανακοινώσεις στους δρόμους με λίστες ονομάτων ή με τη φράση «100 για κάθε έναν». Ήταν τρομοκρατία επίσημη, θεσμοθετημένη.
Μετά τον πόλεμο, ο Βάιξ συνελήφθη από τις συμμαχικές δυνάμεις, αλλά τελικά δεν δικάστηκε ποτέ για εγκλήματα πολέμου. Αφέθηκε ελεύθερος, έζησε στη Βαυαρία και πέθανε ήσυχα το 1954. Μέχρι το τέλος, δεν εξέφρασε καμία μεταμέλεια. Κανένα αίτημα συγγνώμης. Μόνο σιωπή.
Κι όμως, στην ιστορία των Βαλκανίων, το όνομά του έγινε συνώνυμο με την απόλυτη εξόντωση. Γιατί δεν ήταν απλώς θάνατος· ήταν η μετατροπή της ανθρώπινης ζωής σε λογιστική μονάδα. Ένας στρατιώτης = 100 ζωές. Μια εξίσωση που δεν τη διέταξε η στιγμή, αλλά μια πένα πάνω σ’ ένα γραφείο.