Γιατί η αχρωματοψία λέγεται και Δαλτωνισμός;
Ο πρώτος που μίλησε για την αχρωματοψία ήταν ο ίδιος αχρωματικός.
Το 1794, ένας νεαρός δάσκαλος μαθηματικών από τη μικρή πόλη του Κέντλ, στην Αγγλία, έκανε κάτι που δεν είχε τολμήσει κανείς μέχρι τότε: έγραψε την πρώτη επιστημονική μελέτη για την αχρωματοψία. Το όνομά του ήταν Τζον Ντάλτον. Και έπασχε κι ο ίδιος από αυτή.
Ο Ντάλτον και ο αδερφός του είχαν παρατηρήσει ότι δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν τα χρώματα με τον ίδιο τρόπο που τα έβλεπαν οι άλλοι. Το κόκκινο, το πράσινο και το καφέ μπερδεύονταν μεταξύ τους. Πίστευε ότι το μάτι του είχε κάποιο χρωστικό υγρό που απορροφούσε συγκεκριμένα μήκη κύματος — μια θεωρία λανθασμένη, αλλά εντυπωσιακά προχωρημένη για την εποχή.
Η λέξη “δαλτωνισμός” υιοθετήθηκε σταδιακά από την επιστημονική κοινότητα για να περιγράψει την ανικανότητα διάκρισης χρωμάτων — και έμεινε έτσι, τιμής ένεκεν στον πρωτοπόρο που έθεσε το ζήτημα υπό μελέτη.
Πίσω από το όνομα όμως υπήρχε ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων. Ο Ντάλτον ήταν τόσο ταπεινός που δίδασκε αριθμητική σε παιδιά σ’ ένα μικρό σχολείο στο Μάντσεστερ, ακόμα και όταν είχε γίνει ήδη διάσημος για τη θεωρία των ατόμων. Όταν ένας Γάλλος επιστήμονας τον επισκέφθηκε θεωρώντας πως θα βρει έναν σπουδαίο καθηγητή σε πολυτελές πανεπιστήμιο, τον βρήκε να διορθώνει πρόχειρα μαθητών σε μια σκοτεινή τάξη. Εκείνος απάντησε απλά: «Ναι, εγώ είμαι ο Ντάλτον. Καθίστε όσο διορθώνω αυτό το παιδί».
Μπορεί να μην είδε ποτέ τον κόσμο όπως οι άλλοι, αλλά τον εξήγησε όπως λίγοι στην Ιστορία.